Η Τέρψη του καφέ

Κορίτσι δεκαεννιά χρονών την έφερε ο πατέρας της στον ημιορόφο του υπουργείου. Εκεί ήταν το βασίλειό του˙ το κυλικείο των δύο επί δύομιση. Ένιωθε να ψηλώνει απότομα σαν έβαζε την καφέ ποδιά στη μέση και το μαλλί το χτένιζε λοξά.
Κειμήλιο η μικρή χτένα, από την άτυχη σταδιοδρομία στο στρατό. Εκεί έχασε τον δείκτη του δεξιού χεριού. Πήρε απαλλαγή και αποστρατεύτηκε. Νεαρό παιδί αγράμματο. Γράμματα; Δεν είχαν ψωμί, που γράμματα να περισσέψουν;

Βρήκε δουλειά στο καφενείο απέναντι από το υπουργείο. Κάθε πρωί σέρβιρε, τον διευθυντή του υπουργού πριν ανέβει στο γραφείο του, «μερακλήδικο με πολλές φουσκάλες» σε διπλή κούπα. Σα χιονόμπαλα που έκλεινε στο εσωτερικό της, τη γη που έβραζε.
Ο κύριος «Δ.» ήταν ένας μεσόκοπος κοντός άντρας με βλοσυρή όψη. Μόνο τα μάτια του ήταν αεικίνητα. Λες και μέσα από αυτά τα μάτια ζούσε. Μιλούσε, άκουγε, απαντούσε… Τίποτα δεν του ξέφευγε. Ούτε η ευγένεια του νεαρού καφετζή. Ένα πρωινό Σεπτέμβρη, του είπε σχεδόν μέσα από τα δόντια του.
̶ Από αύριο σε θέλω απέναντι. Να ‘ρθεις να με βρεις. Συνεννοηθήκαμε;

Ο νεαρός έγνεψε καταφατικά το κεφάλι. Δεν μίλησε. Από τότε πέρασαν τριανταπέντε χρόνια. Στην επέτειο αυτή αποφάσισε πως έπρεπε να περάσει κληροδότημα τη ζήση του, στης κόρης του τα χέρια. Και τι χέρια… Όταν τον άγγιζαν, μέσα του φώτιζε ο καημός. Να έβρισκε μια «καλή τύχη» τόσοι γραμματιζούμενοι δούλευαν εκεί. Δεν μπορεί… Κάποιος.

Ανέλαβε με μεγάλη επιμέλεια η ίδια να συνεχίσει το έργο του πατέρα της. Πρόλαβε εκείνος να δει την άνοιξη να ανεβαίνει τα μαρμάρινα σκαλιά του υπουργείου, να φωτίζει τα γκρίζα γραφεία, να ελαφραίνει το νου των πολιτών στις πολύωρες αναμονές των διαδρόμων. Είδε να ανθίζουν τα ταβάνια και οι τοίχοι, να συνωστίζονται οι «καλημέρες» στον ημιόροφο ποια θα πρωτομπεί.

Ο καφετζής του υπουργείου πέθανε τρία χρόνια μετά, την ώρα που έκλεινε το κυλικείο γύρω στις πέντε. Κρατήθηκε από το σανίδι που ακούμπαγε τον δίσκο έξω από την πόρτα.
̶ Λιώσαμε μαζί, του είπε.
Η κόρη του έσκυψε να τον κρατήσει.
Της χάιδεψε τα χέρια που έτρεμαν. Τα χέρια βάλσαμο. Πρόλαβε να τα φέρει στα χείλη του και να της τα φιλήσει.
̶ Μυρίζουν καφέ, της είπε… και έφυγε. Έτσι ήσυχα όπως είχε έρθει εκείνο το πρωινό του Σεπτέμβρη.

Από τότε η «Άνοιξη» έγινε βαρυχείμωνο, μουντό και σκοτεινό. Στον ημιόροφο νύχτωνε νωρίς. Πάντα την ώρα που έξω στη πόλη χάραζε το πρώτο φως.
Άλλαζαν με το χρόνο οι ώρες πότε μία μπροστά, πότε πίσω. Άλλαζαν οι εποχές και τα ημερολόγια πάνω από τον πάγκο με τα στεγνά αναποδογυρισμένα φλιτζάνια.

«Η κυρία του κυλικείου» μέτραγε με τους καφέδες τους υπουργούς και υφυπουργούς που άλλαξαν τις θέσεις τους με τις επιταγές του χρόνου.
Γνώριζε ανάλογα με τον καφέ που ζήταγε τη πρώτη μέρα ο «καινούργιος» τι άνθρωπος ήταν κι ας μην ερχόταν να επιδώσει τα διαπιστευτήρια του στο μικρό βασίλειο του ημιορόφου.
Άλλωστε μετέφεραν όλες τις καλοσύνες ή παραξενιές ο καθένας τους στο μαύρο χαρτοφύλακά του. Αυτό τελικά θυμόνταν όλοι. Όχι τροπολογίες και νομοθετήματα, σχεδιασμούς και απολογισμούς, μα περισσότερο την ανθρωπιά που ο καθένας έδενε ή έλυνε με τον κόμπο της γραβάτας του.

Μέσα στο ντουλάπι με τα πακέτα ζάχαρη και διαφόρων ειδών καφέδες, είχε κολλήσει ένα άσπρο χαρτί με τις προτιμήσεις των διευθυντών, υφυπουργών και βέβαια του υπουργού. Κάθε φορά που κάποιος άλλαζε, «τον άλλαζαν» δηλαδή, άλλαζε και το χαρτί. Τα είχε φυλάξει όλα τα προηγούμενα, όπως κι ο πατέρας της. Μια κούτα από γάλατα γεμάτη επίθετα και προτιμήσεις. Ο καφές του «Μ.» ανακάτευε τον καφέ του «Σ.» Καμιά φορά τους ανακάτευε η γραμματέας ενός τρίτου αλλά τα πιπεράτα σχόλια ήταν εξτρά, όπως η κανέλα στο αφρόγαλo.
Ο Διευθυντής «Α.» προτιμούσε ελαφρύ γλυκό. Ο πρώτος υποδιευθυντής «Ν.» διπλό σκέτο ενώ ο δεύτερος υποδιευθυντής «Μ.» μέτριο.
Ναι, υπήρχε η σχέση του καφέ και του προσώπου. Ο δεύτερος υποδιευθυντής, πράγματι ήταν μέτριος και σαν άνθρωπος. Ο άλλος «ο σκέτος», ήταν πιο σοβαρός, ήταν ότι ο καφές του. Ήξερες την πίκρα που θα έπαιρνες αλλά στο τέλος έμενε η ωραία επίγευση της ανθρωπιάς του. Όσο για τον Διευθυντή «Α.» έπαιρνε ελαφριά και τα θέματα που προέκυπταν. Δεν είχε σκοπό όσο πλησίαζε στα χρόνια συνταξιοδότησης να «σκάσει για κανέναν».
Τους θυμόταν σχεδόν όλους, πιο πολύ όμως εκείνο το νεαρό που πάντα ερχόταν στον ημιόροφο να καπνίσει ένα πουράκι μαζί με τον καφέ του. Τα χρυσοπλήρωνε από το κατάστημα με είδη καπνιστού στην γωνία αλλά ήθελε να απολαύσει ένα εξίσου «έργο τέχνης» όπως της έλεγε πειράζοντάς την. Για εκείνον, να πίνει καφέ από τα χέρια της ήταν «ένα έργο που το αισθάνεσαι με όλες τις αισθήσεις σου» της είχε πει. «Το μυρίζεις, το βλέπεις, το γεύεσαι, το αγγίζεις και το ακούς την ώρα που απολαυστικά τραβάς την πρώτη ρουφηξιά».
Πόσο γέλαγε μαζί του. Θα μπορούσε να είναι γιος της. Θα μπορούσε. Αν…

Όχι, δεν παντρεύτηκε ποτέ. Τόσοι γραμματιζούμενοι πράγματι, αλλά με «την καφετζού»; Μετά, πώς μπορούσε να εγκαταλείψει τους υπηκόους της και να αρνηθεί το βασίλειό της;
Για την ίδια, ο καφές είναι αγάπη.
Πώς μπορεί να σερβίρει κάποιος έναν καφέ αν δεν ξέρει να αγαπά;
Αν δεν νιώθει πως η ανάμιξη του υγρού με το στερεό, είναι το ίδιο μας το «είναι». Πως η ιδανική δοσολογία εμπεριέχει υπομονή. Το ανασήκωμα του σώματος προς τα άνω είναι η ανάταση μιας ψυχής που βράζει. Το καϊμάκι πεμπτουσία της ζωής˙ το καυτό φιλί της ιερής στιγμής του καφέ. Της πρώτης ρουφηξιάς εκείνης που σε κάνει να αφήσεις τον αναστεναγμό της απόλαυσης. Γι αυτήν όλο το βασίλειο της ήταν κλεισμένο σε μία φράση. «Αυτός είναι καφές».

Ο νεαρός που πλέον έπαψε να είναι νεαρός, πέρασε τυχαία εκείνη τη μέρα για προσωπική εργασία στο υπουργείο. Χρόνια πριν είχε φύγει να διοριστεί ως Διοικητής σε άλλο χώρο. Περνώντας τη μεγάλη μεταλλική είσοδο, το βλέμμα του πήγε ψηλά στον ημιόροφο. Άγγιξε στην τσέπη του το πακέτο με τα πουράκια. Φώτα δεν υπήρχαν αναμμένα.

̶ Έκλεισε. Καφέδες παραγγέλνουμε ο καθένας απ’ την αλυσίδα καφέ απέναντι, είπε κάποιος κατεβαίνοντας.
Ο επισκέπτης, κούνησε το κεφάλι χαμογελώντας θλιμμένα. Στην τζαμένια πόρτα ήταν κολλημένο το κηδειόχαρτο της. Κόντευε να «σαραντήσει». Διάβασε το όνομά της.
Τερψιχόρη Κ. ετών 52.
Άφησε τα πουράκια στο σανίδι έξω απ’ την πόρτα, στο σημείο που εκείνη ακούμπαγε τον δίσκο. Μέσα του έκοψε ο «βαρύ γλυκός».
Η Τέρψη του καφέ δεν υπήρχε πια.

Νίνα Ρόδη - Artenistas 4.3.2015