Home ΠεριεχόμεναΠεζογραφίαΑποσπάσματα Απέναντι

Απέναντι

by admin
50 views

(Προσωρινός Τίτλος)

Κεφάλαιο Ι

α΄

Μύριζε το αμπάρι προσφυγιά. Πίσω από τα μοιρολόγια, ο βήχας επίμονος όπως ο πυρετός που έψηνε τα σώματα. Η δυσοσμία της δυσεντερίας δεν τους ενοχλούσε πια. Αρκεί να φτάσουν ζωντανοί. Μυρμηγκιασμένο το καράβι είχε αποπλεύσει από το λιμάνι της Μερσίνας. Ερήμωνε η Μικρασία. Βασανιστικά έρρεε από τις εκατοντάδες φλέβες της, η ύπαρξή της. Ζωές και θάνατοι χύνονταν στο Αιγαίο.

Πολλοί δεν τα κατάφεραν. Άγγελοι βάσταζαν όρθιους τους νεκρούς. Τους έβλεπαν ανάμεσά τους να ίπτανται με εκείνη τη θλίψη που δεν παρηγορείται. Επιτάφιος το σκαρί του πλοίου, τους πέρναγε απέναντι ορφανούς από γονείς και από πατρίδα

Ο νεαρός άντρας, έστρωσε τη μαντίλα στο πρόσωπο της μάνας του. Ήταν αδυνατισμένη. Το μέτωπο της ιδρωμένο και το κορμί της έτρεμε. Ο πατέρας του, περήφανος, εδώ και μέρες δε ζήτησε ούτε νερό. Μόνο αναστέναζε.

Συγκεντρώθηκε πάλι στο τετράδιο με τη δερμάτινη θήκη. Γύρισε στις σελίδες του. Αισθήματα που έγιναν γραμμές και σκίτσα. Τάφοι, κουφάρια ζώων, κοράκια, χέρια ικεσίας, παιδιά ξυπόλητα, μποξάδες πεταμένοι.

Στο φως που έσπρωχναν αχνά οι λάμπες, πρόσωπα κίτρινα, ισχνά, φέγγιζαν από την ελονοσία. Αγιοποιημένα, σε τάγματα, το ένα δίπλα στο άλλο. Βρεφοκρατούσες μάνες. Γάλα πικρό θήλαζαν στόματα μωρών από άδειους μαστούς.

Έπιασε το μολύβι από το τσίγκινο κουτί του και άρχισε να περιγράφει στο χαρτί το θάνατο και την ελπίδα, σε ίσα μέρη. Γρήγορες κινήσεις, επιδέξιες. Με πείσμα αναζητούσε δύναμη πριν η απελπισία θολώσει τις εικόνες του. Αυτό που ζούσε και αυτό που νόμιζε πως ζούσε. Ίδρωσε. Με την ανάποδη της παλάμης του σκούπισε το μέτωπό του. Οι γραμμές ανάμεσα στα φρύδια του χώριζαν το πρόσωπό του. Μορφές εμφανίζονταν μισές. Μόνο τα μάτια. Στόματα δεν είχαν. Τυλιγμένα τα χέρια, τα σώματα. Δε φαίνονταν δέρμα παρά εκείνη η αλλόκοτη φωσφορική λάμψη. Ίδια με την έξαψη της τρέλας που βουλιάζει τον ανθρώπινο νου.

Γύρισε σελίδα· άρχισε πάλι από την αρχή να σχεδιάζει. Τα φρύδια του χαλάρωσαν, η ανάσα του βρήκε το ρυθμό της. Γαλήνεψε το χέρι του. Απαλά η μύτη του μολυβιού του ύψωσε βράχους μυτερούς να τρυπήσουν την άδεια σελίδα. Ο ένας δίπλα στον άλλον με τα ανοιγμένα στόματα τους να καταπίνουν σύννεφα. Και πάνω από αυτούς, μια λέξη: Κόραμα. Έκλεισε τα μάτια. Με ακροφίγουρο τη νοσταλγία ταξίδεψε πίσω. Ημίφως μέσα στο στενό ξωκκλήσι. Επιδέξια το χέρι ανακατεύει ασβέστη και άμμο και χρώμα και προσευχή. Το υγρό πανί μουσκεύει το στεγνό βράχο. Ρυτιδιασμένο και λιπόσαρκο το χέρι του δασκάλου σκεπάζει το νεανικό χέρι. Τα πινέλα άλλοτε κοντότριχα και στρογγυλά και άλλοτε φαρδιά αποτυπώνουν ζώσα παράδοση αιώνων. Πρόσωπα αγίων. Αυστηρές γραμμές. Μύτες ίσιες, τα χείλη τους πληγή. Ώχρα και λίγη καμένη σιέννα στην άκρη τόσο για να σκιάσει την απόχρωση της διακονίας.

 «Το μαρτύριο γεμίζει την Παράδεισο», σα να άκουσε τη φωνή του παππού του και δασκάλου του, του γέρο-Μαναήλ να του ψιθυρίζει πίσω από το αυτί του. Τινάχτηκε σαστισμένος˙ γύρισε να τον ψάξει. Πουθενά. Κανείς και τίποτα από όσα αλλοτινά είχαν μοιραστεί μαζί. Στο μπερδεμένο του μυαλό η άρνηση, παρήγορη ψευδαίσθηση. Άφησαν τόπο, ιστορία, αγαπημένους. Πώς να δεχτεί τόσο χαμό; Η είδηση μεταφέρθηκε με τα αποκαΐδια από την καταστροφή της Σμύρνης. Θα έφευγαν από τα σπίτια και τον τόπο τους. Κοντά στον ένα χρόνο, η Επιτροπή με διερμηνέα, έφτασε και στο χωριό τους. Στο Προκόπι ήταν τουρκόφωνοι εκτός από εκείνους που έκαναν εμπόριο και γνώριζαν κι άλλες γλώσσες. Πριν συγκεντρώσουν τα πολύτιμα των ορθόδοξων ναών και σιωπήσουν, μαζεύτηκε όλο το χωριό, βουβό, κλαμένο, να εκκλησιαστεί και να κοινωνήσει. Στάθηκαν ο ένας πίσω από τον άλλον με ησυχία. Με ζόφο το βλέμμα τους ικέτευε για ελπίδα

«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού…Το σώμα και το αίμα του Χριστού».

Δάκρυα αποχωρισμού την ιερή ώρα της ένωσης. Και ο παπάς τους, άνθρωπος και απεσταλμένος, πάσχιζε τα χέρια του να ‘χει κραταιά και την καρδιά του κραταιή μη και θρυμματιστούν μπροστά στο Πλήρωμα.

Μετά την εκκλησία πορεύτηκαν όλοι μαζί στο κοιμητήριο. Την ένιωθαν την οφειλή, να χαιρετίσουν τους νεκρούς και το στερνό καντήλι τους να ανάψουν.  Έπεφταν στα γόνατα για να τους συγχωρέσουν, αδιάβαστα τα μνήματα θα έμεναν στην ερημιά και τη σιωπή τους. Να δώσουν την ευχή οι πεθαμένοι τους, να έχουν καλό στερέωμα και μπόλι καλό να δέσουν. Μετά τα δάκρυα, τραγούδι άρχισαν σαν θρήνο και σα γιορτή, σαν πανηγύρι που τους έσμιξε αντάμα. Στολισμένος στα άνθη ο τόπος, μύριζε θυμίαμα. Πόση ομορφιά και πόση θλίψη. Μαυροφορεμένες τουρκάλες στον περίβολο του νεκροταφείου, παρακαλούσαν  κλαίγοντας να μη φύγουν. Ήταν φίλοι τους, δικοί τους άνθρωποι και ας ήταν άλλοι.

Της μάνας του η μάνα, θάφτηκε εδώ την τελευταία εβδομάδα πριν εγκαταλείψουν τη ζωή όπως την ήξεραν. Και ο παππούς; Κατάφερε και εκείνος να μείνει στην πατρίδα. Είκοσι μέρες πάνε που τον έθαψαν στη διαδρομή για τη Μερσίνα. Το έλεγε, πως θάλασσα δε θέλει, του φτάνει ο ουρανός.

Το πλοίο βογκούσε στο ανάστροφο των μηχανών. Μαζί και ο κόσμος που κουβαλούσε. Τους ξύπνησε απότομα το νέο που διαδόθηκε. 

 ̶  Αδέλφια, πιάσαμε λιμάνι.

Όσοι μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους, τους σήκωσε η αναστάτωση. Σταυροκοπιόνταν οι γυναίκες. Μετά βάλθηκαν να σιάζουν τα ρούχα τους και τα ρούχα των παιδιών τους. Έφτυναν στα κεφάλια των μικρών να στρώσουν τα τσουλούφια. Άλουστα για μέρες, γεμάτα ψείρες. Έπρεπε να κάνουν καλή εντύπωση όλοι. Με τον τρόπο τους και με αξία.

Τους μετέφεραν όλους στα «σύρματα» του Αϊ-Γιώργη στη Σαλαμίνα. Με τα παλιά τους ρούχα ριγμένα στον κλίβανο και τα κρανία τους γυμνά, γυρόφερναν στα παραπήγματα ψάχνοντας ανθρώπους και ειδήσεις. Μετά από μέρες δόθηκε άδεια να φύγουν. Επιστρέφοντας εκείνο το ξημέρωμα στον Πειραιά, οι γονείς του Φωκά χειροτέρεψαν.

Στο λιμάνι τους περίμεναν μέλη του Ταμείου να τους καταγράψουν. Στη συνέχεια κάπου να τους τακτοποιήσουν. Να τους βρουν μια στέγη, ένα πιάτο φαΐ, ίσως κανένα μεροκάματο.

Έπιαναν από δουλειές, προκομμένοι όλοι και με το τρόπο τους πίσω στα χώματα της Καππαδοκίας. Από το Ουργκιούπ, τη Σινασό, τη Μαλακοπή αλλά και το Χατζή Μπεκτάς, τη Νεάπολη, έμποροι, κτηματίες, δημογέροντες, εργάτες, βρέθηκαν να στοιβάζονται κρατώντας ξένο χέρι ή δικό τους για ν’ αντέξουν.

Μια αναταραχή απλώθηκε υποτακτική, μουσκεμένη από την προσδοκία της στεριάς και μιας λαχτάρας για τη νέα ζωή. Δειλά έκαναν τα πρώτα βήματα. Στητοί όσο τους επέτρεπε το άγνωστο. Γυναίκες μαζί με τα παιδιά από την μια, άντρες με μπόγους από την άλλη.

– Κράτα τη μάνα σου, δεν έχω ανάγκη.

– Πατέρα, ψήνεσαι στον πυρετό, δος μου τον μποξά σου.

– Την Αννέ σου είπα!

Ο Φωκάς σήκωσε τα υπάρχοντά τους και με το άλλο χέρι κράτησε τη μάνα του με προσοχή.

Η κυρά Ευδοκία κάλυψε το πρόσωπο με το λερό μαντίλι και γύρισε το κεφάλι μην το κολλήσει αρρώστια το παιδί της και το χάσει.

Τα φτερά του «Αγιστράτηγου» να είχε πάνω του. Να γλιτώσει και να σταθεί στη νέα του πατρίδα. Αυτό παρακαλούσε σε όλο το ταξίδι.

Ο κόσμος κατέβαινε τη γέφυρα δεμένος με το φόβο του, διστακτικός. Συνονθύλευμα ζωής, ανθρώπων και πραγμάτων. Οι περισσότεροι ήταν στο δρόμο μέρες προσπαθώντας να βρουν ένα κατάλυμα, μια αποθήκη να τρυπώσουν ο ένας πάνω στον άλλον. Τσιμέντο στο λιμάνι δεν έβλεπες. Μόνο απλωμένη την ταλαιπώρια και μια Ελλάδα άγρυπνη˙ μια κουρασμένη μάνα.

Ακούμπησε τα απομεινάρια της πρότερης ζωής τους στη χαμηλή μάντρα πριν βγουν στο δρόμο. Τα λιγοστά και το αναγκαία. Κάθισε τους γονείς του πάνω στα δέματα και απομακρύνθηκε λέγοντάς τους πως δεν θ’ αργούσε. Τον πλησίασαν δύο άντρες. Τον περιεργάστηκαν από πάνω μέχρι κάτω, κάνοντας ένα κύκλο γύρω του. Με χαμηλή φωνή και μέσα από τα δόντια τους σχολίασαν μεταξύ τους. Ο νεότερος τον κοίταξε κατάματα και του έγνεψε κουνώντας το κεφάλι.

– Τι ζητάς; 

– Ψάχνω δωμάτιο.

– Δωμάτιο, ε;  Το χέρι του μεγαλύτερου γύριζε τις λεπτές άκρες στο μουστάκι του.

Ο Φωκάς με ένα νεύμα απάντησε καταφατικά.

– Πόσα κεφάλια; 

– Τι εννοείς; 

– Πόσα άτομα; 

– Τρία.

– Πόσα λεφτά δίνεις; μπήκε στην κουβέντα και ο δεύτερος κρύβοντας την αδημονία της

απάντησης.

– Όσο κοστίζει. Θέλω τρίκλινο.

– Τρίκλινο. Μάλιστα… Ο πατέρας σου; Τι δουλειά κάνει;

– Έμπορας είναι, έχουμε παρά.

Τους άρεσε ετούτη η απάντηση.

– Για πόσες μέρες; 

– Μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε.

– Πέρασες καραντίνα;

– Στον Αϊ-Γιώργη. Οι δικοί μου…

Τον έπιασαν από τον ώμο τραβώντας τον στην άκρη. Μίλησε ο μεγαλύτερος.

– Στα λεφτά θα τα βρούμε, όμως τρίκλινο δεν έχω. Θα σε βολέψω στο υπόγειο με άλλους δέκα. Με την τιμή του τρίκλινου κλείνω το υπόγειο. Σύμφωνοι; Και… κοίτα, σε άχυρο.

– Σε τι; 

– Σε αχυρόστρωμα. Είστε πολλοί ξενομερίτες, πού να σας βολέψουμε; Όλα είναι

κλεισμένα. Δεν θα βρεις καλύτερα, άκουσέ με. Πού είναι οι δικοί σου; 

– Στη μάντρα δίπλα στην πύλη. Είναι βαριά άρρωστοι, πρέπει να ξαπλώσουν.

– Άσ’ το, τουρκόσπορε, έκλεισε και το υπόγειο. Ψάξε αλλού.

Σηκώθηκε ψηλά το μεσημέρι χωρίς να καταλάβει. Στο νέο ουρανό αλλιώς του φαίνονταν τα σύννεφα. Άγνωστες όψεις, αγριωπές, στραμμένα τα πρόσωπα τους πάνω του. Όπως και των ανθρώπων που γύρευαν να ωφεληθούν από τον πόνο. Όπου και αν ρώτησε, οι απαντήσεις ίδιες. Μισόλογα και απαξίωση.  Έπρεπε να γυρίσει η ώρα περνούσε. Αναγκάστηκε να πάρει δυο κουβέρτες. Έζεχναν θάνατο και κολλημένη γλίτσα. Αγόρασε λίγο ψωμί και τρία πορτοκάλια σε υπέρογκη τιμή. Ας περνούσαν σήμερα και αύριο κάτι καλύτερο θα εύρισκαν, υπήρχε και η «Επιτροπή», θα τα κατάφερναν.

Ανάμεσα σε άλλους, καθισμένοι στο τσιμέντο τα γονικά του Φωκά περίμεναν υπομονετικά. Σώνονταν το κουράγιο τους σε τούτο το κακοσήμαδο ξενίτεμα. Ο Αρσένιος στα επίσημα χαρτιά, «Αρσέν’ μπέη» για τους τούρκους, κοίταζε την κυρά του γυρισμένη να ανασαίνει με δυσκολία.Το ρημαγμένο σώμα της το τράνταζε η αρρώστια. Μνήμες τον τύλιξαν μιας ζωής που άφησαν χωρίς επιστροφή.

Η Βδοκώ του. Στέρεη γυναίκα, τολμηρή. Με σεβασμό την κράταγε ψηλά σα να ήταν εικόνισμα. Αφέντισσα σε σπίτι και σε εμπορικό όσο εκείνος έλειπε. Καμουχάδες, βελούδα, καφτάνια και άλλα υφάσματα, μάλλινα και τσόχες που εμπορευόταν μέσω της Σμύρνης με την «Ινγκλατέρα». Άντρας δεν την κοίταγε στα μάτια. Και οι τουρκάλες τα μυστικά τους σ’ εκείνη τα μοιράζανε. Τις γυναίκες στη δούλεψή της, τις νοιάζονταν πολύ. Βάφτιζε και προίκιζε. Όσα δεν χάρηκε στις δικές της γέννες τα έδινε στις ξένες. Τρία κορίτσια έχασε μέχρι που έδεσε αρσενικό. Όταν του έβαλε στα χέρια το αγόρι τους, ήσυχη για τη μοίρα της φαμίλιας της, συνέχισε ό,τι και πριν με τον ίδιο ζήλο. Όσο για τον Αρσέν’ μπέη, όλα πήγαιναν όπως τα σχεδίαζε, είχε κληρονόμο. Καιρό με τον καιρό τον έχτιζε να αναλάβει την επιχείρηση τους μα πριν προλάβει να τον δει αφέντη ίσα με αυτόν, κόπηκαν στους αργαλειούς του τα στημόνια. Πλήθαιναν οι ψίθυροι, έγιναν βοή και το κακό, αφηνιασμένο κοντοζύγωνε μέρα με τη μέρα. Ένα χρόνο πριν, τους ήρθε ειδοποίηση από την Καισάρεια. Άσχημα τα πράγματα. Η Ελλάδα θα κάνει ό,τι μπορεί. Όροι και συμφωνίες θα τηρηθούν. Υπάρχει σχέδιο. Σχέδιο; Μελάνι κόκκινο μουτζούρωσε το σχέδιο. Και απόφαση κοινή χωρίς να τους ρωτήσουν. Να εκκενωθούν τα μέρη τους και να γυρίσουν στην πατρίδα. Ποια ήταν η πατρίδα; Αυτή που άφηναν ή αυτή που έβρισκαν;

Και οι δύο πατρίδες λογαριάζονταν. Στην ίδια καρδιά χτυπούσαν. Η μία απέναντι από την άλλη με μια θάλασσα Αιγαίου να τις χωρίζει και να τις ενώνει. Πλήρωσαν να φύγουν με το ιταλικό καράβι, αλλά και αυτό στον πορτολάνο του μαύρη πορεία είχε χαράξει.

– Βδοκώ; 

– Εφέντη μ; 

Το βλέμμα της  θολό, σκαμμένο. Χείλια σκισμένα από πυρετό και δίψα.

– Βδοκώ, θα φύγω. Πες στον αετό μας, να παένει στο Λίβερπολ. Ανθρώπους έχομε να τον εστηρίξουνε. Να γένει έμπορας καλός, όπως του πρέπει.

– Πότε θα σε ματαδώ, εφέντη μ; 

– Σύντομα, κυρά μου. Θ’ ανταμωθούμε σύντομα.

Ίσα που πρόλαβε ο Φωκάς, «ο αετός του», να φιλήσει το χέρι για ευχή. Τον κοίταξε ο πατέρας του με την αξιοπρέπεια του άλλοτε. Το είχε κρατημένο η  μοίρα του, το κλείσιμο της ζήσης του πάνω σε μπόγους προσφυγιάς.

– Τη μάνα σου προστάτεψε. Εγώ τέλεψα…

Έκλεισε τα μάτια ο κύρης του με τα βλέφαρα σμιγμένα. Ποιος ξέρει τι είδε μες στο μαύρο σύννεφο και σκιάχτηκε. Παράπονο ανάβλυσε από το στήθος του Φωκά στην ξαφνική ορφάνια. Σκυθρώπιασε το βλέμμα του στο στέρνο του λιμανιού. Έσφιξε τα χείλη του, όρθωσε το κορμί και κοίταξε τη μάνα του. Την άφησε να κλάψει τον άντρα της όπως εκείνη ήθελε. Με το χέρι της στο στόμα κατάπινε στίχο στίχο το μοιρολόι της, με αναφιλητά. Τσακισμένη λυγαριά έγερνε και ξαναέγερνε επάνω στον αφέντη της. Με το ρυθμό του κεφαλιού έγνεθε τον αποχαιρετισμό τους.

Γύρεψε βοήθεια να πάρουν τον πατέρα του. Να βρούνε τον παπά, μια εκκλησιά να τον διαβάσουν. Σπρώχνοντας, έφτασε στους ανθρώπους του «Ταμείου». Έπρεπε να δηλώσει το θάνατο και να ενημερώσει τη Λιμενική Αρχή. Κατέληξε να ψάχνει τον Λαμπίρη, τον λιμενικό υπάλληλο στην είσοδο της πύλης. Τον βρήκε απέναντι, καθισμένο σ’ ένα ουζερί να πίνει εν ώρα υπηρεσίας. Τον παρατηρούσε να χαζογελά τρίβοντας την κοιλιά του με τα δυο του χέρια.

Στο μεταλλικό τραπέζι, μεζέδες και ούζο. Σε κάθε μπουκιά που έβαζε στο στόμα του σούφρωνε τα χείλια του επιδεικτικά, με απόλαυση. Χαιρέκακα τα μάτια του γυάλιζαν στην απελπισία της πείνας γύρω του.  Η στολή του μόλις και μετά βίας χωρούσε το χοντρό και πλαδαρό του σώμα. Και τα χέρια του έτσι ήταν. Όλος έτσι ήταν. Πλαδαρός και χορτασμένος από φαΐ και εξουσία. Καπέλο δε φορούσε. Τα μαλλιά του γκρίζα και λιγδιασμένα. Μουστάκι αυστηρό, χείλια σαρκώδη ένωναν δυο κατακόκκινα φουσκωμένα μάγουλα. Το χαμηλό ποτήρι άδειαζε. Και το πιάτο άδειαζε.

Μια προσφυγοπούλα πλησίασε τον λιμενικό και άπλωσε την παλάμη της ανοιχτή προς το μέρος του. Έδειχνε να την ακούει, να την περιεργάζεται. Με μιας άρπαξε το χέρι της και την τράβηξε κοντά του. Κάτι της είπε στο αυτί˙ και της έριξε έναν μπάτσο στα πισινά. Το κεφάλι της κοπέλας έγειρε προς το στήθος της. Με τα χέρια της να κρέμονται στο σώμα της, έσυρε αργά τα βήματά της στο ανήλιαγο αδιέξοδο στη γωνία του μαγαζιού. Δευτερόλεπτα μετά, ο λιμενικός πήρε το πηλήκιό του και σηκώθηκε να την ακολουθήσει κοιτάζοντας γύρω του, με προσοχή. 

Ο Φωκάς βρέθηκε μπροστά του. Πλησίασε τόσο όσο να νιώσει τη βαριά ανάσα του. Μύριζε σκορδαλιά και σπίρτο σε κάθε λέξη.

– Τι θες; 

– Πέθανε ο πατέρας μου.

– Και; 

– Μου είπαν να το δηλώσω.

– Το δήλωσες. Τράβα.

– Πρέπει να τον κηδέψουμε.

– Τι μου το λες; Να σκάψω λάκκο στο λιμάνι; 

Έκανε να φύγει. Ακλόνητος ο Φωκάς του έφραζε το δρόμο.

– Κάνε πέρα, ρε τουρκόγυφτε!

– Να μου δώσεις χαρτί. Πρέπει να το δηλώσω επίσημα.

– Τι είπες, ρε; Εμένα δίνεις εντολές; Θα σε σαπίσω στο ξύλο!

– Θα ‘ρθεις μαζί μου. Δουλειά σου είναι.

Στάθηκαν αντιμέτωποι ίσα να μετρήσουν τις δυνάμεις τους. 

Ένας πατέρας ταλαίπωρος με δυο παιδιά που κρέμονταν πάνω του, το μεγαλύτερο στην πλάτη και το άλλο στο λαιμό, χώθηκε ανάμεσά τους.

– Εφέντη μ’, λίγο ψωμί για τα παιδιά μου,  είπε στον λιμενικό.

– Χάσου και εσύ από δω, τον έσπρωξε με δύναμη μακριά του.

– Εφέντη, για λύπηση είμαι. Δώσε με ψωμί.

Ο λιμενικός έβριζε την τύχη του. Πίσω από την πλάτη του Φωκά, είδε το κορίτσι να φεύγει τρέχοντας.

– Καταραμένοι εδώ που μαζευτήκατε όλοι σας! 

Το μικρότερο από τα δυο παιδιά άρχιζε να κλαίει. Το μεγάλο κατέβηκε από την πλάτη του πατέρα του και στάθηκε δίπλα με το χέρι απλωμένο.

– Έχεις παρά; είπε εκείνος θυμωμένος στο ζητιάνο.

– Τι λες εφέντη μ’, αν είχα παρά, θα διακόνευα;  

– Τότε ψόφα!

Ο Φωκάς μπήκε στη μέση.

– Έχω εγώ λεφτά! Δώσε εντολή να φέρουν ψωμί.

– Με διατάζεις, βρε τουρκόπιασμα;

Με την ανάποδη της παλάμης του χτύπησε το νεανικό πρόσωπο. Ακίνητος ο Φωκάς γύρισε αργά το κεφάλι. Τον κοίταξε κατάματα, γεμάτος περιφρόνηση. Κόκκινες γραμμές εμφανίστηκαν στο δεξί του μάγουλο. Δεν ένιωσε τίποτα. Τον τρόμο και την παραφροσύνη τα είχε ζήσει. Τα σάβανα τα έκανε πανιά να φτάσει ως εδώ. Δε θα σταματούσε τη ζωή του παρά μόνο ο Θεός ή ο θάνατος.

Ο ζητιάνος έσκυψε με δέος να φιλήσει το χέρι του προστάτη του. Δεν τον άφησε. Τον σήκωσε βάζοντας στην παλάμη του ένα κέρμα.  

– Έχει παρά! Πόσο κάνει το καρβέλι; Θα το αγοράσει.

Ο λιμενικός δεν μίλησε. Κοίταξε καλύτερα τον Φωκά και ξαφνικά έδειξε να μαλακώνει.

– Σύρε μέσα, είπε στον πατέρα με τα δυο παιδιά. Πες να σου δώσουν ένα κομμάτι ψωμί και ρίξε εδώ ό,τι σου ‘δωσε ο τουρκόσπορος, είπε δείχνοντας την τσέπη της στολής του.

Εκείνος με φοβισμένο βήμα χωρίς να γυρίσει την πλάτη μπήκε στο ουζερί πισωπατώντας.

– Για να δούμε τι θα κάνουμε με σένα, είπε απευθυνόμενος στον Φωκά, την ώρα που φορούσε χαμηλά στα μάτια του, το πηλήκιό του.

Ζύγωνε γοργά η νύχτα για τους ορφανούς. Τους έφερνε για πανωσκεπάσματα, κατάντια και ατίμωση. Πρώτα απέναντι, μετά εδώ. Ανήσυχος ο Φωκάς, περίμενε τον εργολάβο κηδειών. Θα πήγαιναν τον νεκρό στην εκκλησία και από εκεί στο μνήμα. Τα είχε συμφωνήσει. Είχε δώσει στον λιμενικό σχεδόν όλα του τα χρήματα και εκείνος θα κανόνιζε να μη «πεταχτεί» ο πατέρας του όπου να ‘ναι. Κηδεία κανονική με τα όλα της, μεγάλος τάφος στην Ανάσταση και ο σταυρός μαρμάρινος.

Κάθε τόσο που άνοιγε ο δρόμος έψαχνε με το βλέμμα του. Θα έρθουν. Όπου να ‘ναι έρχονται. Κάπου καθυστέρησαν, έβαζε με το νου του. Καθισμένος δίπλα στον πατέρα του ακουμπούσε το παγωμένο σώμα. Στην αρχή φοβισμένα, μετά με θλίψη. Ο πατέρας του αυστηρός στο φρόνημα και βλοσυρός στην όψη, μέλος της δημογεροντίας και έμπορος, που πρόλαβε να τους φέρει στην Ελλάδα, υπήρξε παράδειγμα. Και τα παραδείγματα δεν τα αγγίζουν˙ τα θαυμάζουν. Σήμερα τον άγγιζε για πρώτη και στερνή φορά. Παρατηρούσε τις βαθιές γραμμές του προσώπου του. Το στήθος άδειο από ζωή, τα χέρια διπλωμένα εμπρός του. Ανάμεσα στα δάκτυλα, κρυμμένα τρία σπυριά λιβάνι για το «διάβασμα»· από το μοσχολίβανο που φύλαξαν να τους θυμίζει Κυριακές.

Έβγαλε το τετράδιο από την τσέπη του και άρχισε να σχεδιάζει την τελευταία εικόνα του πατέρα του. Αλειμμένα τα ρούχα με μαράζι και μυρωδιά ξενιτεμού, τύλιξαν τον άνθρωπο που του έδωσε ζωή.

Ούτε που το πίστευαν πως θα έφευγαν από τα σπίτια τους και τα καλά τους για να βρεθούν ζαρωμένοι και ξυπόλητοι, παραδαρμένοι σε μια πατρίδα που τους έβριζε. Κι αυτό το ξόδι, φαρμακωμένο από τον κατατρεγμό, τέλος να μην έχει. Σκοτάδι γύρω του και ακόμα να φανεί ο εργολάβος.

Η Βδοκώ κοιτούσε τον Αφέντη της. Τον είδε από το νεκρό του σώμα να ορθώνεται, στην πλάτη να φορτώνεται τους μπόγους, το χέρι του να απλώνει ψυχωμένο.

«Σηκωθείτε, γυρνάμε πίσω. Κυρά, θα χάσουμε το βαπόρι».

Αλλοπαρμένη αυτή από τον πυρετό και την ψευδαίσθηση, να αργοσαλεύει. Να βάζει δύναμη στα χέρια να σταθεί.

– Αννέ, πού πας; Ξάπλω, μη σηκώνεσαι.

– Σήκω, αετέ μου, να φύγουμε.

– Για πού, μανούλα μου; Πού να πάμε; 

– Γυρνάμε πίσω. Στις μυγδαλιές και στα μποστάνια μας. Να, ο πατέρα σου ορθός, μας

περιμένει. Στο σπίτι πάμε, γιόκα μου. Πάρε, γιαβρί μου, για το ναύλο.

Να δίνει την μαντίλα της, στους κόμπους κρυμμένα, λίρες χρυσές και του Φωκά ο βαπτιστικός σταυρός. Η  αγκαλιά του γιου ήσυχα να την ξαπλώνει στα δέματα, σιμά στον άντρα της. 

– Αννέ, ο πατέρας κοιμάται. Κοιμήσου και σύ.

Η κόρνα από το καράβι που έπιανε στη σκάλα του Πειραιά αντήχησε βραχνή. Ο Φωκάς πετάχτηκε στον ύπνο του. Με τσιμπλιασμένα μάτια από δάκρυα και σκόνη, προσπάθησε στο σύθαμπο να καταλάβει τι συμβαίνει. Μέσα σε ήχους βοερούς και κρότους και φωνές άλλοι βλαστημούν και άλλοι σταυροκοπιούνται. Με αγκυλωμένα κόκκαλα από την υγρασία σαν πλήθος σπασμένες κούκλες πεταμένες η μια πάνω στην άλλη, βαρύθυμος ο κόσμος, άπλυτος, ξυπνούσε. Έπρεπε να ανοίξει χώρος στους καινούργιους. Όλους μαζί σε άγνωστες στεριές το ανέμισμα της μέρας να τους σπρώξει.

Γύρισε να δει τη μάνα του. Η καρδιά του έσπασε με μιας. Πετάρισε ο νους στη αγωνία. Σήκωσε τη βρώμικη κουβέρτα, ξεγελώντας τον εαυτό του. Άδειο το τσιμέντο και η θέση κρύα, σημάδι πως είχε ώρα σηκωθεί. Ανάθεμα την κούραση, πως τον πήρε τόσο βαριά ο ύπνος; Σηκώθηκε αλαφιασμένος. Έκανε δυο τρία βήματα, σκούντησε σώματα λιανά, ξετύλιξε γυναικών μαντίλια. Πουθενά. Κανένα ίχνος γνώριμο.

– Μήπως είδατε; Μήπως την είδατε; Τη μάνα μου ψάχνω.

Αρνητικά τα νεύματα, το ανασήκωμα των ώμων, τα σιωπηρά τους «όχι». Γύρισε στη θέση του, κάλυψε το πρόσωπο του νεκρού πατέρα του με της Ευδοκίας τον κεφαλόδεσμο και έφυγε ψάχνοντάς την. Όπου και αν τη γύρεψε, αγκαλιασμένα σμάρια οι οικογένειες μοίραζαν τον καημό αναμετάξυ τους˙ συμπόνια δεν περίσσευε για αυτόν.

Ένα κοριτσάκι όχι πάνω από πέντε – έξι  χρονών, στέκονταν ακίνητο ανάμεσα στον κόσμο. Στο χέρι της κρέμονταν μισοπεθαμένη η πάνινη βρώμικη κούκλα της. Η τεράστια πουκαμίσα, της έφτανε ως τους αστραγάλους. Τα πόδια της γυμνά. Κανείς δεν βρίσκονταν κοντά της. Μόνη της, μικρό γκρίζο θαυμαστικό ακουμπισμένο εμπρός στη θάλασσα. Ο Φωκάς πλησίαζε αργά. Η μικρή γύρισε με τα μεγάλα σκοτεινά της μάτια να έχουν καλύψει ολόκληρο το πρόσωπό της και τον κοίταξε σα να τον περίμενε. Ατάραχη τον έπιασε από το χέρι και τον οδήγησε στην άκρη της προκυμαίας.

– Θα κρυώσει, του είπε και έδειξε στο νερό.

Το παγωμένο κορμί επέπλεε μπλεγμένο με ένα κομμάτι σκοινί και ένα κασόνι. Τη μάνα του αντίκρισε ο Φωκάς. Πνιγμένη η ψυχή της επέστρεφε στα πατρογονικά τους. Ανάσκελα με τα μάτια ανοικτά να βλέπει να γλυκοχαράζει. Πήρε φόρα και πήδηξε. Ακούστηκαν γυναίκες να σκούζουν. Άντρες να φωνάζουν οδηγίες. Κόσμος μαζεύτηκε. Σπρώχνονταν. Όλοι κοίταζαν στο νερό. Ο Φωκάς άμαθος από θάλασσα κρατιόνταν από το κουφάρι της μητέρας του. Και εκείνη νεκρή, βάλθηκε να σώσει το παιδί της.

Το καράβι πλησίαζε για να δέσει. Ήχησε ξανά η κόρνα. Τα απόνερα από το «κράτει οι μηχανές», χτυπούσαν τα δυο σώματα στο μάγουλο της προβλήτας. Κάποιοι είχαν ξαπλώσει στο τσιμέντο κρατώντας ο ένας τα πόδια του άλλου. Έσκυβαν αλυσίδα πάνω από το νερό να σώσουν το παλικάρι.  Απλώθηκαν χέρια δυνατά να τον τραβήξουν πάνω.

– Σηκωθείτε από κάτω, αούτηδες! Φυγέτε από εκεί. Με εσάς που έμπλεξα. Πανάθεμά σας, εδώ που μαζευτήκατε! Τσακιστείτε είπα!

Η παρουσία του Λαμπίρη, μαζί με τρεις ένστολους για να επιβάλουν την τάξη στάθηκε ανίσχυρη, ακόμα και όταν τα ξύλινα ρόπαλα χτυπούσαν προσφυγικούς μηρούς και πλάτες. Μπλέκονταν οι σφυρίχτρες με την κόρνα του καραβιού, οι φωνές για το σωσμό με τις βρισιές, τα παρακάλια με τις κατάρες. Το πλήθος πάνω στην προκυμαία αγρίεψε. Στρίμωχνε την αγωνία του ανάμεσα στα δόντια. Βαρύ κινήθηκε, αποφασιστικό. Τι άλλο να χάσουνε από τα χαμένα;

Κάποιοι όρμησαν στον λιμενικό˙ του το χρωστούσαν. Κλωτσιές και εξευτελισμούς, απάτες και κατάχρηση, όλα τα είχαν υποστεί από ‘κείνον. Ο ένας με τον άλλον αναθάρρησαν. Έζωσε η εκδίκηση τους ανθρώπους. Έπεσαν πάνω «στα όργανα της τάξης». Τους γρονθοκόπησαν άγρια. 

Κάτω από την επιφάνεια του νερού, ο Φωκάς έστεκε ορθός. Νεκροζώντανος. Βουβός μέσα στους κυματισμούς που τον σήκωναν και τον βύθιζαν με την ίδια σφοδρότητα. Ήχοι δεν έφταναν στα αυλάκια του μυαλού του. Όλα γύρω του μια ατέλειωτη σιωπή. Αυτός και η γυναίκα που τον γέννησε αγκαλιασμένοι κάτω από το γυάλινο θόλο με βλέμμα εκστατικό μπροστά στο θάνατο. Ορθάνοιχτα τα μάτια της, προσηλωμένα στου παιδιού της. Άδεια τα μάτια του παιδιού δεμένα στα δικά της. Ένας υγρός άηχος χορός, ένα ανασάλεμα της τάξης ανάμεσα σε αυτό που ζει και σε αυτό που χάθηκε.

Δυο χέρια τον άρπαξαν από τις μασχάλες και τον έσπρωξαν βίαια σε πορεία ανοδική να βγει στην επιφάνεια. Ξύπνησε τρομαγμένος από τη λήθαργο του αφανισμού με μια σπασμωδική ανάσα.

Το μακρύ κοντάρι με τον γάντζο στην άκρη για να τραβούν κασόνια οι ψαράδες, βρέθηκε δίπλα στον Φωκά.

– Πιάσου από εκεί, του φώναξε ένας γεροδεμένος άντρας. Άσε τη νεκρή. Σώσε τον εαυτό σου.

Μαζί και οι δυο ή κανένας! φώναξε πριν σκεπαστεί ξανά από το απόνερα.

Όταν ξαναβγήκε από το νερό γύρισε με λύσσα γύρω του να εντοπίσει τη μάνα του.

– Πού είναι; Πού είναι; Αννέεεε!

– Άκουσέ με! Βγες εσύ και θα την βγάλουμε και αυτήν. Θα πνιγείς!

– Πρώτα αυτή θα βγάλεις και ας πνιγώ.

– Είναι η μάνα του. Δε θα την αφήσει! ακούστηκε κάποιος να φωνάζει.

Ο άντρας στο νερό αναδύθηκε κρατώντας τη γυναίκα. Με απλωτές προσπάθησε ο Φωκάς να τους πλησιάσει. Τα χέρια του αδέξια έσπαζαν το σώμα τής θάλασσας σε δεκάδες αφρισμένους πίδακες. Ο άντρας με το γάντζο, γύρισε επιδέξια το κοντάρι και άρπαξε από το μπερδεμένο σκοινί, το σώμα της πνιγμένης. Ο Φωκάς χτυπιόταν στην άκρη του τσιμέντου από το κύμα. Οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Η μάνα του τουλάχιστον θα σώνονταν, δεν θα χανόταν άταφη. Ο άντρας στο νερό τον πλησίασε θέλοντας να τον τραβήξει κοντά στη βάρκα. Ο πανικός στα μάτια του Φωκά απέρριπτε κάθε λογική. Έπιασε τον άντρα από το λαιμό για να σωθεί. Τον βούλιαξε. Ο άντρας έδειχνε έμπειρος. Εμφανίστηκε πίσω από το Φωκά και χτυπώντας δυνατά τα πόδια του βρέθηκε κοντά του. Αυτή τη φορά τον άρπαξε πριν προλάβει να αντιδράσει. Του μιλούσε στο αυτί. Εκείνος έδειχνε να καταλαβαίνει και αφέθηκε στα χέρια του. Κρατώντας τον γερά, τεντώθηκε με το ένα χέρι να πιαστεί από τον γάντζο. Στη δεύτερη προσπάθεια κατάφεραν να τους τραβήξουν και τους δυο πάνω στην βάρκα. Ο Φωκάς έτρεμε από το κρύο και την προσπάθεια να βγάλει το νερό από τα πνευμόνια του.

– Πού είναι η μάνα μου;  

Την είχαν ξαπλώσει πάνω στην προβλήτα. Την πλησίασε ξυπόλητος, στάζοντας θάλασσα, με τα ρούχα του ξυλιασμένα να κολλάνε σε κάθε του βήμα. Τα λόγια του πατέρα θέριεψαν στο αυτιά του: «Τη μάνα σου προστάτεψε». Έσκυψε πάνω στο στήθος που τον βύζαξε πιέζοντας με δύναμη ξανά και ξανά μπας και την κάνει ν’ αναπνεύσει. Ξανά και ξανά. Πίεζε, πίεζε και φώναζε.

– Ανάσα! Πάρε ανάσα σου λέω! 

Πίεζε  και έκλαιγε.

– Μάνα, μη φεύγεις. 

Έπεσε πάνω της τραντάζοντάς την.

– Πού πας, μάνα;

Κάποιος τον κράτησε από τις πλάτες.

– Ας την να φύγει. Τέλειωσε.  

Μία κουβέρτα στρατιωτική ρίχτηκε πάνω του. Γυναίκες είχαν μαζευτεί γύρω του κλαίγοντας για αυτήν την άγνωστη και για τους δικούς τους που άκλαυτοι και άταφοι στοίχειωσαν τα χώματα της Μικράς Ασίας. 

Ο Φωκάς απομάκρυνε προσεκτικά τα μαλλιά από το πρόσωπο της. Μια αμυδρή αίσθηση ηρεμίας διαγραφόταν πάνω του. Κανένας πόνος, καμία αγωνία. Πολλές φορές αντάμωσε τον Θάνατο φιλεύσπλαχνο κινώντας από τη γη της Καππαδοκίας. Η κερά Βδοκώ και ο άντρας της, Αρσέν’ μπέης έμπορος τρανός από το Προκόπι, επαρχίας Καισαρείας, είχαν ξεκινήσει ήδη το ταξίδι της επιστροφής. Όλα έσβησαν για τον Φωκά.  Ήταν η τελευταία φορά που τους έβλεπε.

Ξύπνησε στο σπίτι τού γεροδεμένου άντρα που τους τράβηξε στη βάρκα, μάνα και γιο. Μια αποφορά ιωδίου από ξεραμένα δίχτυα και πισσόχαρτο κατέβαινε χαμηλά στο ύψος του προσώπου του. Ένας αναποδογυρισμένος γκαζοτενεκές με μια λάμπα πετρελαίου πάνω του, άσπριζε με φως τη μια γωνιά του δωματίου. Τον είδε να κάθεται κατάχαμα και να παιδεύεται να καθαρίσει με το στουπί ένα εξάρτημα μηχανής.

– Πού είμαι; 

– Στο καλύβι μου.

– Εσύ, ποιος είσαι; 

– Νεκτάρη με λένε.

– Είσαι εσύ πού…; 

– Εγώ που… 

Έκανε να ανασηκωθεί.

– Πρέπει να φύγω. Οι γονείς μου… 

– Τους έθαψαν οι ντόπιοι.

– Πού; 

Ο Νεκτάρης σήκωσε τους ώμους του ανήξερος.

– Τότε να με πας στο λιμάνι. Θα μπω κρυφά στο πρώτο βαπόρι και θα φύγω πίσω.

– Λες ανοησίες.

– Να με βοηθήσεις να γυρίσω στην πατρίδα μου.

– Εδώ είναι η πατρίδα σου.

– Δεν είναι.

– Τότε, να την κάνεις.

– Εδώ είμαι ξένος.

– Και εκεί ξένος είσαι, σας αντάλλαξαν.

Εκεί έχω περιουσία, είμαι κάποιος.

– Τώρα δεν έχεις τίποτα. Είσαι ο Κανένας!

– Είσαι σκληρός.

– Είμαι φτωχός. Και είναι ο μόνος τρόπος  για ν’ αντέξω.


Νίνα Ρόδη, 2020

Πηγή φωτογραφίας: https://www.flickr.com/photos/silkebaron/26490514005/in/photostream/

Σχετικά θέματα