Home ΠεριεχόμεναΠοίηση Θυσία

Θυσία

by admin
162 views

Ναό του ζήτησαν να υψώσει
για της προσφοράς τη μέρα.
Στύλους να θέσει ολόγυρα
ικέτες προστασίας,
ασύνορων φόβων του λαού.
Την αγωνία των ανθρώπων
πίσω την ένιωθε να σέρνεται,
άπλυτη κι ανέστια.
Στην ασυλία της θέσης του
δεν δέχτηκε να μπει.

Αλύχταγε το πέλαγο
μπρος στο κακό που σίμωνε.
Μαύρο το σύννεφο μακριά
φωτιά ξέρναγε και τρόμο.
Πίσω δεν γυρνούσε η κατάρα˙
ανάπαυση η φυλή του
να μην βρει.
Ό,τι μεγάλο έχτιζε,
σε ανέμους
για αιώνες να σκορπά.

Έσκυψε στο βρέφος.
Περιστέρι ήρεμο.
Έτοιμο η μάνα το κρατούσε
για την ημέρα που θα χάραζε
της ύστατης θυσίας.
Έτρεχε στο αίμα του
η μοίρα των ζωών τους.
Θα σώνονταν ο κόσμος όπως τον ήξεραν.
Ο ήλιος έλαμψε νωρίς την επομένη.

Στο ναό του Άχρονου
ένα μωρό βύζαινε
το νεκρό,
του ιερέα στόμα.

Νίνα Ρόδη – Artenistas 3.5.2014

0

Σχετικά θέματα