Είχαν μόλις επιστρέψει απ’ τον αγρό. Στη συγκομιδή των κερασιών, είχαν συμμετάσχει.

Αδύναμοι στην εξώθυρα, οι χτύποι.

Ένα κορίτσι γύρευε τροφή. Μέρες βάδιζε, το λευκό σύννεφο που αγκιστρώθηκε στην κορφή, να πάει να λευτερώσει.

Επάνω στο τραπέζι, αφημένοι ώριμοι της κερασιάς καρποί. Της πρόσφεραν. Πλημμύρισε το στόμα της. Γλίστρησε από τα χείλη της, πορφύρα.

Όταν δίψασε, της έδωσαν από την κούπα του, να πιει. Ήταν της οικογένειας το πιο μικρό αγόρι.

Κύλησαν ογδόντα εννιά εποχές συγκομιδής κι ο ξακουστός αλχημιστής ακόμα προσπαθεί τα ίχνη, με χρυσό, να τα καλύψει

Νίνα Ρόδη

[κεραμικό: Μάρω Θεοδώρου]