Home Artenistas Artenistas 10.1.2014

Artenistas 10.1.2014

by admin
10 views

Το θαύμα
του Παναγιώτη Νάννου

Χρόνους μετά αφ’ ότου έσβησαν οι φωτιές της Επανάστασης κι έγινε κράτος το ρωμαίικο, οι πληγές στα σώματα των αγωνιστών πονούσαν, κι ας είχαν με τον καιρό επουλωθεί τα τραύματα.
Αγωνιστές που κάποτε ήταν μαζί στο ίδιο μετερίζι, χωρίστηκαν σε παρατάξεις. Κόμματα έκαμαν πολιτικά, το εγγλέζικο, το γαλλικό, το ρούσσικο και μάλωναν σαν τα σκυλιά που δαγκώνονται στη σκάφη, ποιο πρώτο θα αρπάξει την τροφή των ξένων αφεντάδων. Κάποιοι βιάστηκαν φράγκικα ρούχα να φορέσουν. Άλλοι μιμούνταν τους παλατιανούς, εξουσία και πλούτο κυνηγούσαν.

Παιδιά πρώην ραγιάδων, γλώσσα ακαταλαβίστικη μιλούσαν και με σκληρότητα που ξεπερνούσε αυτή των Οθωμανών κυβερνούσαν, άμαθοι καθώς πάντα οι νεόκοποι στην εξουσία. Το Δίκαιο και το Νόμο κατά πως συνέφερε στους ίδιους εξηγούσαν. Από τα χρήματα που δανείζονταν το κράτος, σκορπούσαν κατά το δοκούν, λέγοντας πως το κάνουν δήθεν για την προκοπή του τόπου και «δια την σωτηρίαν της πατρίδος».

Οι πραγματικοί αγωνιστές πεινούσαν. Υπόφεραν, μα σιωπούσαν. Ένοιωθαν τα βόλια που κάποτε έριχναν για της πατρίδας την Ελευθερία, φαρμάκι να γίνονται, να επιστρέφουν στην καρδιά.
Ο Γιάννης ήταν ένας απ’ αυτούς.
Ποτέ δεν ζήτησε μεράδι εξουσίας.
Ούτε στα συσσίτια του Στρατού προσέτρεξε, παρά τη φτώχεια του.
Ούτε «αίτηση» έκαμε να γράψει σε ποιες μάχες πολέμησε και με ποιον οπλαρχηγό, αυτοί που έπρεπε τα γνώριζαν.
Δεν ήταν μόνον ότι γράμματα δεν ήξερε, αλλά διότι στο στήθος οι ουλές από τις μάχες, δεν του επέτρεπαν σε χέρια να ξεπέσει άκαπνων.
Προπάντων γραμματέων, ιδιαιτέρων και υπουργών.
Χάιδευε αργά το στομωμένο γιαταγάνι, λέξη δεν έπαιρναν όσοι τον ρωτούσαν.
«Η πατρίδα, ξέρει…» έλεγε και πικρά χαμογελούσε.

Σα βρόχινο νερό κυλούσαν οι καιροί, ο Γιάννης έβλεπε τα υστερνά πρώτα να γίνονται.
Και η Πατρίδα, όλο να ξεχνά…

Κάποια στιγμή έφυγε απ’ την πόλη, δεν ημπορούσε άλλο τις ασθένειες και τ’ άδικο να βλέπει των μαγαρισμένων. Ξεκίνησε την ειρηνική του επανάσταση μοιράζοντας αγάπη και σιωπή.
Μόνος, με τη λερή του φουστανέλα, μελίσσια βόσκαγε σε ρίζες ματωμένων βράχων.
«Το κερί αντίδωρο είναι για το θεό και τους αγίους», έλεγε καθώς του Αηλιά άναβε το καντήλι. «Το μέλι ύστερα γλυκαίνει τις ψυχές και των ανθρώπων τις πληγές».

Τα χρόνια πέρασαν συνομιλώντας με τις μέλισσες, τρυγώντας τες με πρόσωπο ακάλυπτο, χέρια γυμνά, ως άλλος υπηρέτης της κυψέλης. Δεν πούλησε ποτέ κερήθρα, έδινε απλόχερα εκεί όπου έπρεπε.
«Να δίνεις», έλεγε, «δίχως να περιμένεις για να λάβεις» και η καλοσύνη επέστρεφε με χίλιες μορφές πίσω.
«Ασκητή» τον βάφτισαν οι πλιότεροι, άλλοι είπαν πως «είναι σαλεμένος», καθώς τα πεύκα και τα λούλουδα ευλογούσε, αλήθειες από τη βροχή άρμεγε και με τις εποχές συνομιλούσε.

Κάποτε, σώθηκε το λάδι στο καντήλι του.

Λίγοι τον συντρόφευσαν στο τελευταίο μονοπάτι.
Με έκπληξη είδαν πίσω τους να έρχονται, αμέτρητες οι μέλισσες. Σαν άλλη ουράνια ακολουθία να ψέλνουν με τον βόμβο τους, συνοδεύοντάς τον στην αιώνια πατρίδα. Σταυροκοπήθηκαν με ευλάβεια, «σημάδι θεού», είπαν, «είναι θαύμα», «ο ασκητής αγίασε»!

Ο βόμβος ο παράξενος, τεκμήριο πως η αγάπη πάντοτε θα νικά την αδικία…

Σχετικά θέματα