Home Artenistas Artenistas 13.11.2014

Artenistas 13.11.2014

by admin
9 views

Ανέστης Ευαγγέλου  [In memoriam]

με αφορμή την παραχώρηση του αρχείου του ποιητή από την οικογένειά του στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο και τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από τον θάνατό του.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ: Ένας ποιητής.

Του ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ Χ. ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ

Πρέπει να ήταν καλοκαίρι του 1960, γιατί καθόμασταν σ’ένα καφενεδάκι στην παραλία της Καβάλας, όταν ο ποιητής Γιώργος Στογιαννίδης μου μίλησε, με τα καλύτερα λόγια, για την πρώτη ποιητική συλλογή, «Περιγραφή εξώσεως», ενός νέου ποιητή από τη Θεσσαλονίκη, του Ανέστη Ευαγγέλου.
Αργότερα έγραψε και μια παρουσίαση του βιβλίου στην τοπική εβδομαδιαία εφημερίδα «ΕΡΕΥΝΑ»(31-10-1960). Έκλεινε το σημείωμα του ο Στογιαννίδης, «υπάρχει και για τους πραγματικούς ποιητές ένας ευρύτερος χώρος. Μακάριοι όσοι τον χαίρονται και τον ζουν χωρίς στέγη έστω».
Πήρα το βιβλίο από τον Στογιαννίδη και το διάβασα. Το διάβασα έκτοτε πολλές φορές και πάντα μου μένει στο στόμα μια βαθιά πίκρα.
Όταν αργότερα το 1962 τύπωσα την πρώτη μου ποιητική συλλογή «Έγκλειστοι» την ταχυδρόμησα και στον Ανέστη. Από τον Ανέστη έλαβα ένα θερμό γράμμα. Αργότερα, τέλος Σεπτεμβρίου, όταν πήγα για ένα Σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη, του τηλεφώνησα και τον συνάντησα στο σπίτι του. Έμενε τότε Ιπποδρομίου, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου. Έκτοτε και με τα χρόνια συνδεθήκαμε με αδερφική φιλία. Όχι πως δεν εκφράζαμε διαφωνίες: Εγώ του έλεγα, πώς είναι δυνατόν ένας σωματικά υγιής και πνευματικά εύρωστος νέος άνθρωπος να τα βλέπει όλα μέσα από μια δυσοίωνη απελπισία; (πού να ήξερα τι μας επιφύλασσε το μέλλον). Εκείνος μου καταλόγιζε πως κάποιες φορές οι κοινωνικές μου τοποθετήσεις θόλωναν την ποιητική μου καθαρότητα. Συζητούσαμε διάφορες απόψεις μεταξύ μας χωρίς αυτό να μας δημιουργεί κάποιο πρόβλημα. Πάνω σ’ αυτές τις διαφωνίες μού έγραψε τότε σ’ ένα γράμμα του, «Μήπως σε παρέσυραν οι συχνές επικλήσεις μου στο Θεό; Δεν κατάλαβες ότι οι επικλήσεις αυτές είναι «λύση απελπισίας», προηγήθηκαν άπειρες προσπάθειες με τα πράγματα και επαφές με τους ανθρώπους και όταν όλες απέτυχαν οικτρά δεν έμεινε άλλο παρά να κραυγάσω «Θεέ μου», ξέροντας ωστόσο πως αυτός δεν με ακούει- είτε γιατί «είμαι πολύ μακριά πια», είτε γιατί απλούστατα δεν υπάρχει. Όχι, φίλε Πρόδρομε, και’γω για το «εδώ» μιλάω, γι’ αυτό ενδιαφέρομαι».
Γράφοντας και ψάχνοντας τώρα βλέπω πως δεν έχω να αναφέρω βιογραφικά τίποτε το «εντυπωσιακό». Είχε φροντίσει να ελαχιστοποιήσει την εξωτερική δράση προς όφελος του εσωτερικού βιώματος.

Έζησε βιοπορώντας στο λιμάνι, σαν εκτελωνιστής. Έζησε διαβάζοντας, ήταν μανιώδης αναγνώστης, γράφοντας την ποίησή του, τα πεζογραφήματά του, τα δοκίμια και τέλος συντάσσοντας την ποιητική Ανθολογία της «Δεύτερης Μεταπολεμικής Γενιάς». Τελικά ήταν αυτό που ήθελε από πάντα: Ένας που έζησε μόνο για να γράφει ποίηση. Δεν ήθελε, με τα χρόνια, τίποτε άλλο.
Βέβαια το 1970 θέλησε να τυπώσουμε ένα συλλογικό τόμο με κείμενα συγγραφέων της γενιάς μας, το εγχείρημα όμως δεν έφτασε σε αίσιο τέλος. Αργότερα η προσπάθεια για την έκδοση ενός περιοδικού δεν οδήγησε πουθενά. Μόνον το 1985 έγινε κατορθωτό να τυπωθεί ο συλλογικός τόμος «Ιδίοις Αναλώμασιν», χωρίς συνέχεια, και τέλος, λίγο πριν το τέλος, κατόρθωσε, δαπανώντας, κυριολεκτικά τον εαυτό του, να συντάξει, μια παλιά του επιθυμία, απόδοση δικαιοσύνης, όπως έλεγε, την «Ανθολογία της Δεύτερης Μεταπολεμικής Ποιητικής Γενιάς» (1994). Και λίγες μέρες πριν από το θάνατό του έγινε κατορθωτό, με αγώνα δρόμου, να δημοσιεύσει και το τελευταίο του ποιητικό βιβλίο «Το χιόνι και η ερήμωση» (1994). Θέλησε να είναι υπεύθυνος και για το τελευταίο τυπωμένο ποίημά του. Έτσι φρόντισε, συνειδητά, να μην αφήσει κατάλοιπα για τους «τυμβωρύχους», όπως έλεγε.

Από το πρώτο του βιβλίο, «Περιγραφή εξώσεως»(1960), μέχρι το τελευταίο του «Το χιόνι και η ερήμωση» (1994), ο Ευαγγέλου διασχίζει τον ίδιο κι αναλλοίωτο κόσμο. Έναν κόσμο υπαρκτό που τον απορρίπτει κι από την άλλη έναν κόσμο αναζητούμενο, αλλά οριστικά χαμένο. Νοσταλγεί ένα αθώο παρελθόν των παιδικών του χρόνων, βλέπει με κριτική αποστροφή το παρόν, με φόβο το μέλλον, όπου δεν υπάρχει παρά μόνον η οδυνηρή πάλη με το θάνατο.
Η ποίηση στάθηκε για τον Ευαγγέλου σωσίβιο για μια ζωή που κυριαρχείται από το παράλογο του θανάτου. Λέξη στη λέξη, ποίημα στο ποίημα, προσπάθησε να κερδίσει την εσωτερική του ισορροπία από την τελική συνειδητοποίηση του παραλογισμού της ύπαρξης. Αγωνίστηκε να εκφραστεί γυμνώνοντας τον εαυτό του, δείχνοντας τις πληγές του, με αμεσότητα κι ένταση, με οντολογική γύμνια πλησίασε τους συνοδοιπόρους, τους φίλους, τους ανθρώπους και στο τέλος τον υπερβατικά Σιωπηλό.
Πιστεύει πως ο μόνος τρόπος για να παραχθεί ποίηση είναι η σύγκρουση με τον κόσμο των υλικών χειροπιαστών πραγμάτων, που ορίζουν τον κόσμο μας. Δηλαδή, μια ποίηση με σωματική βίωση των ιδεών και των αισθημάτων, μια ποίηση φτιαγμένη από το αίμα, τη σάρκα των ποιητών. Η συνείδηση των ποιητών συγκρούεται με τον κόσμο και η σύγκρουση αυτή φωτίζει το ομιχλώδες καταθλιπτικό τοπίο του σύγχρονου κόσμου μας. Και φέγγουν παρήγορα τα ποιήματα.

Γράφει ποίηση με αυστηρή προσήλωση στο ουσιώδες, ονομάζει τα πράγματα, καταγγέλλει το παράλογο, βρίσκει με ακρίβεια τα σύμβολα, με λιτότητα, με την ισορροπία των μερών και με αισθητική φροντίδα.
Μας οδηγεί στη γνώση του εαυτού μας, στη γνώση του κόσμου, μας δείχνει την ομορφιά του κόσμου, τον έρωτα, την αθλιότητα της ζωής, τον τρόπο της αβύσσου. Τέλος, μας μαθαίνει την αγάπη, μας συμφιλιώνει με το θάνατο.
Από την πρώτη του ποιητική συλλογή παρουσιάζεται ώριμος αισθητικά και γλωσσικά. Στοχάζεται ποιητικά, δεν καταφεύγει σε έτοιμες συγκινήσεις, δεν επιδιώκει την πρωτοτυπία, εκφράζει προσωπικά βιώματα, θέλει να είναι ο εαυτός του, προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ζωής και θανάτου, με χαμηλούς τόνους, με ειλικρίνεια και λιτότητα, τέλος καταφεύγει στα σύμβολα για να δώσει εικόνες των εσωτερικών του βιωμάτων.
Με γλώσσα καθημερινή γράφει τα ποιήματά του, παρατακτικά, με οξύτητα, μια γυμνή εξομολόγηση, δραματικούς μονολόγους χωρίς να υψώνει τους τόνους, με γλώσσα συγκινημένη και ρεαλιστική, εκφράζει το είναι. Οι στίχοι του έχουν πυκνότητα νοημάτων καθώς βυθομετρούν κατακόρυφα τα αισθήματα. Μας προσεγγίζει με μια κοφτερή, κρυστάλλινη, απαστράπτουσα γλώσσα. Γράφει: «Όχι στον ανώδυνο λυρισμό// ναι στο ζεστό// παντοδύναμο// κατακόκκινο αίμα».

Πριν φύγει για το Λονδίνο, τον Οκτώβρη του 1989, για τις εξετάσεις της ασθένειάς του, μου έδωσε μια επιστολή, γιατί όπως μου είπε, «δεν ήξερε αν θα γυρίσει και πως θα γυρίσει». Στο υστερόγραφό της σημείωνε: «Να με συγχωρέσεις αν σου προκαλεί λύπη αυτό το γράμμα. Όσα γράφω παραπάνω, δεν σημαίνουν διόλου ότι έχασα κάθε ελπίδα, ότι παραιτήθηκα απ’ τη ζωή. Σου δίνω την υπόσχεση ότι θα κάνω ό,τι μπορώ για να ζήσω, θα αγωνιστώ μ’ όλες τις δυνάμεις μου ως το τέλος. Απλά θέλω να παραμείνω ψύχραιμος, να ξέρω όλη την αλήθεια. Για να μπορώ, από καλύτερες θέσεις, να παλεύω». Έτσι κι έκανε.

Μας άφησε τα “Ποιήματα 1956-1994” , το “Ξενοδοχείο και το σπίτι και άλλα πεζά”, τα “Αναγνώσεις και θέσεις-Κριτικά κείμενα”, τις “Εννέα εκδοχές για την ποίηση και την ποιητική”, και τέλος την “Ανθολογία της δεύτερης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς”.

*Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου «Αναγνώσεις και θέσεις» του Ανέστη Ευαγγέλου, στο βιβλιοπωλείο «Κυριακίδη», στις 28 Ιανουαρίου 2011.
*Διαβάστηκε και πάλι στην εκδήλωση για τα είκοσι χρόνια από το θάνατο του Ανέστη στο βιβλιοπωλείο ΜΙΕΤ στις 14 Νοεμβρίου 2014.

Κέντημα

Καθώς χαράζουνε το δέντρο της μαστίχας
με ξυραφάκι ή με μαχαίρι κοφτερό
και κέντημα το λεν
κι εκείνο βγάζει δάκρυ που ευωδάει
και το μαζεύουν κόμπο κόμπο-
όμοια
με ξυραφάκι και μαχαίρι κοφτερό
χαράχτηκε απ’ τα χρόνια η ζωή μου
κι απ’ του κορμιού μου τις ρωγμές ανάβλυσαν
σταλιά σταλιά οι λιγοστοί μου στίχοι.

Ανέστης Ευαγγέλου
Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα, (1987)

*
**

Ars poetica

To ποίημα δεν είναι τραγούδι,
ανάερη θλίψη για κάτι μακρινό, χαμένο,
έστω με την πιο τέλεια μουσική.
Δεν είναι αναμονή του άγνωστου,
γοητευτική, μες στην αβεβαιότητά της, προσδοκία.

Το ποίημα είναι μια ανοιχτή πληγή που τρέχει –
όσο πιο ανοιχτή τόσο καλύτερα.
Κάνω ποίηση θα πει
τρυπώ το θώρακα μ’ ένα νυστέρι
ψάχνω με χέρι σταθερό όπως οι χειρούργοι
γυρεύω την καρδιά και την τρυπώ,
χύνω το αίμα άφθονο μες στις λέξεις
– κόκκινο, ζεστό, το αίμα, όλοι το ξέρουν,
το πιο θαυμαστό, το πιο όμορφο πως είναι πράγμα.

Ανέστης Ευαγγέλου
Μέθοδος αναπνοής (1966)

Ο Ανέστης Ευαγγέλου (φιλολογικό ψευδώνυμο του Ανέστη Παπαδόπουλου) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1937 από γονείς ποντιακής καταγωγής. Αποφοίτησε από το Κολέγιο Ανατόλια και παρακολούθησε μαθήματα στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ. Εργάστηκε για χρόνια ως εκτελωνιστής στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ήταν παντρεμένος με τη Ντίνα Παπαδοπούλου, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, τον Γιάννη και την Κλειώ. Πέθανε το 1994.
Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1960 με την ποιητική συλλογή «Περιγραφή εξώσεως». Από τότε δημοσίευσε άλλα επτά ποιητικά βιβλία («Μέθοδος αναπνοής» το 1966, «Αφαίμαξη ‘66-‘70» το 1971, «Ποιήματα 1956-1970» το 1974, «Διάλειμμα» το 1976, «Χάι-κάι» το 1978, «Απογύμνωση» το 1979, «Η Επίσκεψη και άλλα ποιήματα» το 1987). Το 1988 εξέδωσε σε έναν τόμο όλη την ως τότε ποιητική δημιουργία του με τίτλο «Τα Ποιήματα, 1956-1986». Τη χρονιά του θανάτου του, το 1994, κυκλοφόρησε η τελευταία του ποιητική συλλογή, «Το χιόνι και η ερήμωση». Ο Ευαγγέλου θεωρήθηκε μια από τις σημαντικότερες φωνές της δεύτερης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς και η κριτική επαίνεσε το σύνολο του έργου του.
Ασχολήθηκε ακόμη με την πεζογραφία κυκλοφορώντας τα πεζογραφήματα «Το Ξενοδοχείο και το σπίτι» το 1966 (επανέκδοση, διευρυμένη με τον τίτλο, «Το ξενοδοχείο και το σπίτι και άλλα πεζά» το 1985).
Ο Ευαγγέλου επέδειξε ακόμη σημαντικό κριτικό έργο. Έγραψε τα βιβλία «Ανάγνωση και γραφή», στο οποίο συγκέντρωσε κείμενα λογοτεχνικής κριτικής, και «Εννέα εκδοχές για την ποίηση και την ποιητική». Έργο ζωής αποτέλεσε η ποιητική ανθολογία «Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά 1950-1970» που κυκλοφόρησε το 1994. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, πολωνικά, ρουμάνικα, ολλανδικά και σλοβενικά).
Ο Ευαγγέλου συμμετείχε ενεργά στην πολιτιστική ζωή της Θεσσαλονίκης, κυρίως μέσω της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών Βόρειας Ελλάδας. Υπήρξε ακόμη μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Σχετικά θέματα