Home Artenistas Artenistas 14.3.2014

Artenistas 14.3.2014

by admin
9 views

Ο Νικητής
του Παναγιώτη Νάννου

Λογοτεχνική διασκευή αληθινής ιστορίας.

Στην κυρία Μ. Κ.

Στα δεκαεπτά κλεισμένα το Λενιώ, με ρόδο έμοιαζε στο πρώτο άνοιγμα. Όλοι, άντρες – γυναίκες, άρχισαν να ξεχωρίζουν την κόρη του ιερέα. Στον απογευματινό καφέ, την ώρα που σερβίριζε γλυκό του κουταλιού, η θεία Σμαράγδω είπε με τρυφερό υπαινιγμό:
«Αχ, τυχερός όπου σήμερα κοιμάται μοναχός και αύριο θα σ’ έχει στην αγκάλη…»
Το κορίτσι έφυγε για την κουζίνα με κόκκινα από συστολή μάγουλα. Άκουγε τις γυναίκες να μιλούν για προξενιά καλότυχα και για κοπέλες «σαν τα κρύα τα νερά», που κακόπεσαν σε γάμους συμφερόντων. Για «τυχερά» φτωχών κοριτσιών που με προξενητή μία φωτογραφία, έγιναν κυρίες μεγάλες και τρανές, με υπηρέτριες!
«Εγώ στα ξένα το Λενιώ μου, δεν το δίνω!» είπε η μάνα αποφασισμένη και συμπλήρωσε, «Έχει για όλους ο Θεός…»
«Κι όμως… μια φωτογραφία μπορεί ν’ αλλάξει τη ζωή ανθρώπων», είπε στοχαστικά η Σμαράγδω, κι αυτή η φράση έγινε λογισμός και έκλωθε στο μυαλό της παπαδιάς.
Τέλη Σεπτέμβρη του 1941, το κορίτσι βρέθηκε στο πλοίο της γραμμής για Πειραιά.
«Εβδομαδιαία! Να αφήσεις και μία στην ξαδέρφη μου. Τα δέοντα, πες της, από το νησί…»

Σταδίου και Λαδά γωνία, ο φωτογράφος σαγηνευμένος με το πρόσωπο της Ελένης, εκτός από την «εβδομαδιαία», ζήτησε τυπικά την άδεια και για πορτρέτο, ήδη είχε ξεκινήσει δίχως να περιμένει την απάντηση. Της έλεγε να στρίβει το κεφάλι, το χέρι να βάζει στα μαλλιά, γελούσε εκείνη με τα καμώματά του. Ενθουσιασμένος με το απρόσμενο εύρημα, δάγκωνε τα χείλη και επαναλάμβανε θριαμβευτικά:
«Βιτρίνα θα σε κάνω κούκλα μου, να σε θαυμάζει όλη η Αθήνα!»
Το μεσημέρι σαν έκλεισε το μαγαζί δεν έφυγε για φαγητό όπως συνήθιζε. Σκάλωσε στο πατάρι και σαν υπνωτισμένος γύριζε στο σκοτεινό θάλαμο. Έκανε κοντάκτ όλες τις λήψεις, δοκίμαζε διαφορετικά μεγέθη, χαλάλι και τα υγρά στερέωσης και το χαρτί κι οι ώρες που δεν κατάλαβε πως πέρασαν. Το απόγευμα άνοιξε με καθυστέρηση.
Αριστερά, στο μεγάλο καβαλέτο ξεχώριζε το πορτρέτο της ανώνυμης κοπέλας.

Την άλλη μέρα ο Βίλυ, Γερμανός αξιωματικός στα υποβρύχια, πηγαίνοντας για το υπουργείο Ναυτικών, όπου οι κατακτητές εγκατέστησαν τη διοίκηση, κοντοστάθηκε μαγνητισμένος στη βιτρίνα. Το πρόσωπο της κοπέλας τον αιχμαλώτισε. Στα γαλάζια της μάτια είδε την ομορφιά της θάλασσας, στα σγουρά δεμένα πίσω τα μαλλιά, γαλήνης κύματα. Στα κερασένια χείλη με το ελαφρύ μειδίαμα, τη βεβαιότητα της ευτυχίας. Η γωνία με την οποία είχε κάνει τη λήψη, ήταν εξαιρετική και η ομορφιά της παρέπεμπε σε αρχαία κόρη, σε μορφή αγάλματος της κλασσικής Αθήνας. Μπήκε αποφασισμένος στο φωτογραφείο, ζήτησε όνομα και διεύθυνση της νέας. Μάταια ο φωτογράφος επέμενε πως δεν την ήξερε και πως θα έρχονταν την Παρασκευή να πάρει τις «εβδομαδιαίες» για να επιστρέψει στο νησί της. Ο αξιωματικός έφυγε με όμηρο τις φωτογραφίες και με ρητή εντολή:
«Να μου πεις όταν θα έλθει, θέλω ο ίδιος να τις δώσω…».

Τις έβαλε στην εσωτερική τσέπη της στολής. Συχνά – πυκνά κοίταζε τα μάτια της. Τα βράδια την έβλεπε στα όνειρά του. Δίχως να καταλάβει ο νεαρός κατακτητής του γερμανικού στρατού, κατακτήθηκε από την άγνωστη νησιωτοπούλα. Αδημονούσε να έλθει η Παρασκευή για να παραδοθεί οριστικά και άνευ όρων.

Ο φωτογράφος εξήγησε στο κορίτσι τι είχε συμβεί. «Μπλέξαμε κι οι δύο» της είπε αγχωμένος, «δεν πρέπει να φύγεις, καταλαβαίνεις…» την παρακάλεσε να περιμένει μέχρι να επιστρέψει.
Φοβισμένη έκανε να φύγει αλλά δίστασε την πόρτα να διαβεί. Δεν ήθελε να αφήσει την εικόνα της σε ξένα χέρια, αντρικά. Τέτοιο κακό και προσβολή πώς να την αναφέρει στον πατέρα και τη μάνα; Αποφάσισε να μείνει κι οπλίστηκε με το δίκιο της.

Σε λίγο ο νεαρός αξιωματικός μπέρδευε τα γερμανικά με τα εγγλέζικα, που και που έλεγε καμιά λέξη ελληνική. Στο πρόσωπό της, εμφανής ο θυμός για την επιβολή, συνάμα και ο φόβος για τη στολή, η αγωνία για τις φωτογραφίες που έπρεπε οπωσδήποτε να πάρει. Με μια βίαιη κίνηση πήγε ν’ αρπάξει τις φωτογραφίες, το μόνο που κατάφερε ήταν ν’ απλώσει το χέρι του ο ξένος και να την πιάσει τρυφερά απ’ τη μέση. Αποτραβήχτηκε σα ν’ άγγιξε φίδι. Εκείνος κατάλαβε, γονάτισε με το ένα πόδι, όπως οι ιππότες, τις έκλεισε με τις παλάμες του και σε θέση ικεσίας παρακαλούσε να έλθει σε τρεις μέρες στην πλατεία Καρύτση να τις πάρει.
Το κορίτσι εκτίμησε προπάντων τη στάση των χεριών, διέκρινε στα μάτια του νέου παράκληση και αγωνία. Έχασε το καράβι˙ την άλλη εβδομάδα είχε άλλο. Έτσι, άρχισε το ταξίδι της ζωής. Πάντα κάτι θα χάνεις, κάτι θα βρίσκεις…

Τις ημέρες που είχε στη διάθεσή του ο Βίλυ, έβαλε τη φωτογραφία στο τραπέζι του σπιτιού. Την κοίταζε και προσπαθούσε να συνθέσει διαλόγους, ανακαλώντας στη μνήμη του κείμενα των κλασσικών που έμαθε στα γερμανικά θρανία. Για να βοηθηθεί αγόρασε ελληνογερμανικό λεξικό από του Κάουφμαν το βιβλιοπωλείο. Λέξη τη λέξη, μέσα του άρχισε να κτίζει την πεποίθηση για εποχές ειρήνης που θα έλθουν.

Τρεις μέρες μετά, περίμενε την Ελένη στο παγκάκι, χωρίς στολή. Φόρεσε ρούχα πολιτικά να μην τρομάξει η κοπέλα κι ας ήταν για εκείνον ένα ρίσκο η εμφάνιση αυτή.
«Κάθισε σε παρακαλώ» είπε κοιτάζοντας την βαθιά στα μάτια.
«Δώσ’ μου τες, πρέπει να φύγω…»
Στην ύστατη προσπάθειά του άρχισε να της μιλά με όσα αρχαία ελληνικά γνώριζε. Εκείνη, ως παπαδοκόρη που ήταν, θυμήθηκε τη γλώσσα του ευαγγελίου. Έτσι ξεκίνησε ο διάλογος βαδίζοντας προς το Ζάππειο. Μετά από δυο ώρες η Ελένη δεν ένοιωθε ούτε φόβο, ούτε ντροπή. Απέναντί της είχε έναν εικοσιεξάχρονο νέο με ευγένεια ψυχής και καθαρότητα ματιών σαν τα δικά της. Μέσα της παρακαλούσε να μην τις δώσει τις φωτογραφίες, για να ξαναβρεθούν ακόμα μια φορά.
«Αύριο ξανά εδώ, θα τις δώσω…» είπε.
Την επόμενη συναντήθηκαν απόγευμα, το σούρουπο τους βρήκε στο κιόσκι κουβεντιάζοντας. Ακολούθησαν κι άλλες συναντήσεις, το καράβι έφευγε για το νησί και επέστρεφε χωρίς εκείνη, ώσπου κατάλαβαν πως ήθελαν κι οι δυο μαζί να ζήσουν. Ονειρεύονταν μια ζωή χωρίς στολή, διαταγές, μετακινήσεις.
Εκείνος, αποφάσισε να χαράξει νέα ρότα. Αυτή που οδηγούσε στο λιμάνι της Ελένης.

Νοίκιασαν ένα μικρό διαμέρισμα στο Μετς. Στα τρία χρόνια που έμειναν μαζί γεννήθηκαν δύο κορίτσια. Ο Βίλυ επέστρεφε από το κατοχικό στρατηγείο πέταγε τη στολή και ένοιωθε να πετάει σαν ελεύθερο πουλί, πάνω από την καταχνιά, πέρα από το ζόφο της εποχής.

Τελευταία φορά η Ελένη τον είδε ζωντανό στα κρατητήρια του Πειραματικού Γυμνασίου στο Κολωνάκι. Εκεί οι Ες-Ες φυλάκισαν όσους Γερμανούς στρατιώτες είχαν κάνει οικογένεια με Ελληνίδες.
Κατά την οπισθοχώρηση, όταν οι κατακτητές εκκένωναν το κτίριο κι εγκατέλειπαν την Αθήνα, ΕΠΟΝίτες είχαν ανέβει στο καμπαναριό του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη και πυροβολούσαν. Κάποια στιγμή οι αντάρτες κατέλαβαν το κτίριο. Στα κρατητήρια βρήκαν πτώματα Γερμανών αξιωματικών που τους εκτέλεσαν αποχωρώντας ηττημένοι οι κατακτητές.
Δεν μπόρεσαν ποτέ οι μελανοχίτωνες να συγχωρέσουν, πως η στολή τους νικήθηκε πρώτα από τον κτύπο της καρδιάς και την ψυχή…
Ο Βίλυ πέταξε ελεύθερος.

Ότι νικητής των πάντων, ο έρωτας.

Σχετικά θέματα