Home Artenistas Artenistas 18.8.2014

Artenistas 18.8.2014

by admin
8 views

Η σιωπή των αγαλμάτων 
του Παναγιώτη Νάννου

Οι εκδηλώσεις μνήμης είναι ίσως η αφετηρία – ευκαιρία να ανατρέξουμε βαθύτερα στην Ιστορία. Να επιζητήσουμε την ουσία η οποία είναι κρυμμένη στις αιτίες και τις επιπτώσεις των γεγονότων. Να εξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα, για να γνωρίζουμε τι μας επιφυλάσσει το μέλλον. Σε αντίθετη περίπτωση πρόκειται για πρόσκαιρο θέαμα και τελετή, που η λήξη της βρίσκει τα αγάλματα βυθισμένα στη σιωπή.
Βέβαια, είναι γνωστό ότι ως Έλληνες έχουμε ρηχή σχέση με την Ιστορία. Κοιτάζουμε την επιφάνεια και αδιαφορούμε για το βάθος. Ίσως γι’ αυτό και δεν έχουμε δυσκολία να μετατρέψουμε σε «συνωστισμό στην προκυμαία» την καταστροφή της Σμύρνης. Γι’ αυτό τόσο εύκολα διαγράφουμε σημαντικά γεγονότα, ώστε να κάνει ορισμένους οπαδούς της κυνικότητας να λένε πως «σε πέντε – δέκα χρόνια θα το έχουμε ξεχάσει».
Το καλοκαίρι ευτύχησα να κάνω ένα ταξίδι – προσκύνημα «στην Κύπρο την θαλασσοφίλητη», να γνωρίσω από κοντά το πολύπαθο τούτο νησί, το οποίο αναπνέει ιστορία, πολιτισμό, ένδοξο παρελθόν. Ελληνική Ιστορία την οποία όμως αγνοούμε, δυστυχώς. Όπως επίσης μας διαφεύγει, πως στην Κύπρο είναι ακόμα διάχυτος ο πόνος που προκαλεί το κακοφορμισμένο κάταγμα που υπέστη στη ραχοκοκαλιά της, τον μαύρο Ιούλη του 1974. Το προσκύνημα μου αποκάλυψε επίσης μία θλιβερή πραγματικότητα:
Πρώτα απ’ όλα για εμάς τους Ελλαδίτες, η Κύπρος φαντάζει μακρινή, αλλά δεν είναι. Η δική μας άγνοια είναι που μεγαλώνει την απόσταση, και είναι στο χέρι μας να τη μικρύνουμε.
Έπειτα είναι που δεν ξέρουμε την Ιστορία της, αρχαία και σύγχρονη. Για το Κυπριακό πρόβλημα ελάχιστα γνωρίζουμε˙ τίτλους μονάχα των κεφαλαίων, άντε μια σύντομη περίληψή τους.
Εκτός αυτών, αγνοούμε τη σημερινή πραγματικότητα, προπαντός το σύγχρονο πολιτισμό της. Ας αναλογιστούμε, πόσους και ποιους Κύπριους, ποιητές, λογοτέχνες, πνευματικούς δημιουργούς γνωρίζουμε; Ας αναλογιστούμε, πόσα βιβλία με θέματα της Κύπρου υπάρχουν στις σχολικές και τις δημόσιες βιβλιοθήκες μας;

Το χειρότερο όλων, είναι το ψυχικό χάσμα που υπάρχει ανάμεσά μας. Η αδιόρατη θλίψη που προκαλούμε περιφέροντας την άγνοιά μας στο νησί, ως γνήσιοι «Έλληνες τουρίστες»…

Ελλαδίτες και Κύπριοι, αδέρφια από ίδια μάνα και πατέρα, Έλληνες, μοιάζουμε με αδέρφια που κάποτε ψυχράθηκαν, αλλά δεν φρόντισαν έκτοτε να αποκαταστήσουνε τις σχέσεις μεταξύ τους. Μένουμε απόμακροι, διατηρώντας τυπική επαφή, κουβαλώντας αξεδιάλυτη την πίκρα. Ανάμεσά μας, υπάρχει μια παρεξήγηση, ένας πόνος και θυμός κρυμμένος, που εκδηλώνεται πιο εύκολα από τη συγκαλυμμένη αντιπάθεια. Έζησα πρόσφατα το θυμό αυτό, στα καφενεία των χωριών της Κύπρου. Θυμάμαι ακόμα από τα φοιτητικά μου, χρόνια, την λεπτή ειρωνεία και την επιθετικότητα που έβγαζαν σε βάρος μας οι Κύπριοι συμφοιτητές. Ακόμα νοιώθω την κρυάδα της απόστασης πολύ ευγενικών ανθρώπων απ’ την Κύπρο.

Παρά τη δημόσια ρητορεία μας, υπάρχει μεγάλη ψυχική απόσταση, ένα κενό που επιβάλλεται να καλυφθεί και η ευθύνη είναι πρωτίστως δική μας. Τα επεισόδια ντροπής που προκάλεσαν «έλληνες» «φίλαθλοι» (κ. διορθωτά σε εισαγωγικά οι δύο λέξεις) σε βάρος της Ανόρθωσης, της ελληνοκυπριακής ομάδας η οποία «τόλμησε» να νικήσει τον Ολυμπιακό, ας μην ερμηνευτούν απλά ως ακραίες πράξεις χουλιγκάνων. Πίσω από αυτές κρύβεται το συλλογικό μας σύμπλεγμα κατωτερότητας, μια ενοχή και μια συγνώμη που δεν ζητήθηκε ποτέ από τους
Κύπριους.
Ως Ελλαδίτες έχουμε άγνοια του Κυπριακού ζητήματος, παρότι δεν έπαψε να απασχολεί ως θέμα τις ειδήσεις. Η μεγάλη διάρκεια του «Κυπριακού» έφερε ψυχική κόπωση. Η στασιμότητα, λόγω της τουρκικής αδιαλλαξίας, έφερε απογοήτευση και αποδοχή τετελεσμένων. Στο μεταξύ δεν φροντίσαμε να αποκατασταθεί η ψυχική ενότητα και η επαφή της μητέρας – Ελλάδας με τους Κύπριους και αυτό είναι δική μας ευθύνη, των Ελλαδιτών.

Οι Κύπριοι έδωσαν βροντερό παρόν σε όλους τους εθνικούς αγώνες, από την Επανάσταση του 1821 μέχρι το 1940. Ένα παράδειγμα μόνο, συμβολικό, ειδικά για εμάς τους Θεσσαλούς, είναι ο ποιητής Β. Μιχαηλίδης, ο οποίος ήλθε εθελοντής στα χώματά μας και πολέμησε στην Επανάσταση του 1878, η οποία απέδωσε την πολυπόθητη ελευθερία στην Θεσσαλία, το 1881. [Αλήθεια, τι τραγική ειρωνεία, αυτή την ίδια ακριβώς χρονιά, (1878) η Τουρκία αναζητώντας διπλωματικά ερίσματα για να ανατρέψει την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, πούλησε τη μεγαλόνησο στην, κατά τα άλλα φίλη μας, Αγγλία…]
Όποιος θέλει και άλλα ονόματα εθελοντών αγωνιστών Κυπρίων, όποιος αντέχει, ας ανέβει στη Δημοτική Βιβλιοθήκη να φυλλομετρήσει τις σελίδες του δίτομου έργου «Αγώνες και Θυσίες» (Δ/νση Ιστορία Στρατού – ΓΕΣ) και θα βρει χιλιάδες ονόματα Κυπρίων εθελοντών που έλαβαν μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στη Μικρασία, στο έπος του 1940. Διδάσκονταν πάντα Ελληνική Ιστορία και διαπνεόμενοι, οι Κύπριοι, από τον πυρετό της Ένωσης με την Ελλάδα, πάλεψαν και μάτωσαν γι’ αυτό.
Αντί αναγνώρισης, αντί να τύχουν χέρι βοηθείας, είδαν Έλληνες επίορκους αξιωματικούς και αλλοπρόσαλλους πολιτικούς, να γίνονται συν-υπεύθυνοι στην προδοσία της Κύπρου. Να ρίχνουν νερό στο μύλο των τούρκων, των εγγλέζων, των αμερικάνων, μύλος που σύνθλιψε τις ζωές το μέλλον και τα όνειρα των Κυπρίων.

Η προδοσία ξεκίνησε από την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας (τέλη του 1967) και ολοκληρώθηκε με το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και την εισβολή, δεν είναι της ώρας για ιστορικές αναλύσεις. Είναι όμως της ώρας να σταθούμε γυμνοί στον καθρέπτη της ψυχής μας. Να κοιτάξουμε κατάματα τον εαυτό μας, με ειλικρίνια να απαντήσουμε στα ερωτηματικά. Έστω και με την έλλογη σιωπή…

Διότι, τι να πεις στον ηλικιωμένο γιατρό της Πύλα (σ.σ. χωριό που πρόσφατα επισκεφθήκαμε, στο οποίο οι τουρκοκύπριοι το 1974 απαγόρευσαν στα τουρκικά στρατεύματα να μπούνε μέσα και συνεχίζουν μέχρι σήμερα οι δύο κοινότητες να ζούν αρμονικά) που χτύπαγε οργισμένος το μηρό του, λέγοντας ότι «έχω δύο σφαίρες ελληνικές στο πόδι μου», διότι ήταν στην φρουρά του Μακάριου όταν έγινε το πραξικόπημα, αφορμή και αιτία για την εισβολή;

Τι να πεις στην Ιστορία, για την απόφαση Ελλήνων να αποσύρουν τη μεραρχία, αφήνοντας αφοπλισμένο και απροστάτευτο το νησί, πρόκληση και εύκολη λεία για μια στρατοκρατική βουλιμική Τουρκία;

Τι να πεις στους Κύπριους που είδαν την Ελλάδα να απουσιάζει την κρίσιμη ώρα της εισβολής στις 20 Ιουλίου;

Ποιες λέξεις να βρεις να απαντήσεις στο ποίημα (1) του Κώστα Μόντη, όταν στέλνει επιστολή «εν βία» στη Μητέρα, εκείνη την θλιβερή περίοδο και πως να αντιπαλέψεις την κραυγή αγωνίας για αναμονή βοήθειας από την Ελλάδα;
«ποτέ φρυγμένη γη Αυγούστου
δεν περίμενε έτσι τα πρωτοβρόχια
ποτέ πνιγόμενος δεν ψηλάφησε έτσι για ένα σανίδι
ποτέ ετοιμοθάνατο παιδί δεν αναζήτησε έτσι το χέρι της μάνας του.»

Περίμεναν βοήθεια οι Κύπριοι και τη θεωρούσαν βέβαιη:

«φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της
να κι εδώ, κι εδώ, κι εδώ – και την περιμέναμε,
κι «όχι δεν μπορεί να μην έρθη» λέγαμε
κι «όχι δε γίνεται να μην έρθη» λέγαμε
κι όπου να ‘ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της
και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα».

Το πώς φθάσαμε στη δεύτερη εισβολή είναι γνωστό. Αν στην πρώτη (20/7/74) υπάρχει η δικαιολογία της χούντας που κατέρρεε, στη δεύτερη προέλαση, παραμονή Δεκαπενταύγουστου με πρωθυπουργό Καραμανλή και όλη την πολιτική ηγεσία στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, τι να πει κανείς; Τι να απαντήσεις στον ίδιο ποιητή που χάρηκε με τις φήμες πως έφτασε ελληνική βοήθεια, αλλά τον έλιωσε το ψέμα;

«Ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε, λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κι ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόνταν
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.
Κι οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα
κι οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια,
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και Σαλαμίνος…
Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,
έχω αντίγραφα.»

Ξέρω την εύκολη απάντηση την έδινα κι ο ίδιος, «περί χούντας» και «μεταπολιτευτικού χάους», και τόσες άλλες δικαιολογίες που μπορεί να έχουν βάση, αλλά κανείς δεν θέλει πια ν’ ακούσει, ούτε έχει και νόημα. Τα παλικάρια της ΕΛΔΥΚ που χάθηκαν στις μάχες της εισβολής και οι πεσόντες στη Μακεδονίτισσα, μπορεί να είναι ένα βολικό άλλοθι, δεν είναι όμως η απάντηση της Ιστορίας.

Όταν τα δάκρυα στέγνωσαν, όταν το μαύρο του πένθους άρχισε να ξεθωριάζει, ο πόνος των Κυπρίων έγινε σιωπή και αξιοπρέπεια. Κατάλαβαν πως δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από μια ανίκανη μάνα που έχει η ίδια ανάγκη ιατρικής φροντίδας. Η απογοήτευση και ο πόνος από την έλλειψη βοήθειας, έγινε θέληση και πείσμα ν’ αποκτήσουν δύναμη δική τους. Οι Κύπριοι μέσα από σκληρή δουλειά, με εργαλείο την ευφυΐα τους, κατάφεραν ένα οικονομικό θαύμα, το οποίο τους κάνει να διεκδικούν το Μέλλον τους με αυτοπεποίθηση. Σε ότι αφορά το πρόβλημα της συνεχιζόμενης Κατοχής, κάποια στιγμή θα βρούνε και τη λύση. Δεν μπορεί, κάποτε θα πέσει το τελευταίο τείχος της Ευρώπης.

Τριάντα τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την εισβολή, είναι καλό που τα αδέλφια συναντώνται, έστω κάτω από τη βαριά σκιά των αγαλμάτων. Με όχημα εκδηλώσεις τιμής και μνήμης των αγωνιστών, ας δημιουργήσουμε συνθήκες αποκατάστασης των αδελφικών μας σχέσεων. Σε ότι αφορά τον τόπο μας, η αρχή έγινε, στο χέρι μας είναι να κάνουμε περισσότερα.

Αντί επιλόγου, απευθύνουμε πρόσκληση στο Δήμο να μετονομάσει την πλατεία Στρατολογίας σε Πλατεία «Κυπριακού Αγώνα». Στους Συλλόγους και πνευματικούς Φορείς της πόλης, να εντάξουν στις εκδηλώσεις τους πολιτιστικά σχήματα και καλλιτέχνες από την Κύπρο. Οι παιδικές βιβλιοθήκες να εμπλουτίσουν τα ράφια με κυπριακά βιβλία, να καλέσουν Κύπριους ποιητές και λογοτέχνες. Τα σχολεία μας ας κάνουν μια προσπάθεια να επικοινωνήσουν, έστω και μέσω του Διαδικτύου, με αυτά της Κύπρου. Ας βρεθεί κάποιο σημείο των σχολικών μας διαδρόμων, τέλος, για να φιλοξενήσει τον χάρτη της μεγαλονήσου. Ας σκεφθούμε, επιτέλους, κάτι άλλο και αν δεν βρούμε, ας σταθούμε γυμνοί απέναντι στον καθρέπτη της ψυχής μας, για να «φυλλομετρήσουμε το έχει μας».

Ίσως τότε, ακούσουμε «τα αηδόνια πως κελαηδούν στις Πλάτρες»…
Μόνο τότε θα μικρύνει η απόσταση.
Μόνο τότε τα αγάλματα θα έχουν κάτι να πουν.
Άλλως, θα μένουν βυθισμένα στην αιώνια σιωπή τους…

1. Άπαντα Κώστα Μόντη, Α’, σελ.917 -918, εκδ. Ιδρύματος Αναστ. Γ. Λεβέντη, Λευκωσία 1987.

* Το κείμενο γράφηκε στις 27/9/2008, με αφορμή τα αποκαλυπτήρια μνημείου για τους δώδεκα (12) πεσόντες και αγνοούμενους στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ από το Νομό Καρδίτσας, που χάθηκαν στην εισβολή του 1974, η εκδήλωση έγινε την Κυριακή 29/9/2008.
Στην παρούσα μορφή διασκευάστηκε ένα χρόνο μετά, με αφορμή τον 2ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του ΕΠΟΚ (Απρίλιος 2010), αποσπώντας την ανώτατη διάκριση, αριστείο.
Δημοσιεύτηκε σε εφημερίδες και περιοδικά της Ελλάδας και της Κύπρου. Τελευταία στο περιοδικό «Diasporic Literature» της Αυστραλίας, Τεύχος 5ο – Μάρτιος 2014, σελίδα 64.

link:http://issuu.com/diasporic/docs/diasporic_literature_issue_5_cyprus?e=2984217/7211652

Σχετικά θέματα