Home Artenistas Artenistas 27.11.2014

Artenistas 27.11.2014

by admin
9 views

Ένα τραγούδι απ’ την Πατρίδα 
του Παναγιώτη Νάννου

Αφιερωμένο ήταν αρχικά σε όσους τυχερούς
της βραδιάς στο Πήλιο, εκείνου του Αυγούστου.
Τώρα πια, μόνο
της Καρόλας και του Θωμά,
του Επαμεινώνδα…

Εκεί, στα μονοπάτια των Κενταύρων, συναπαντήθηκαν ξυπόλυτα πέλματα σε καλοκαίρι ελληνικό.
Βρέθηκαν άλλοι από φιλοξενία, άλλοι από σύμπτωση, τύχη ή και σκοπό.
Ίσως και διότι μερίμνησε η Αγιά – Βαρβάρα, που μήνες ολόκληρους στη μοναξιά της βυθισμένη, διψούσε ανθρώπους να ειδή στη γειτονιά της.
Να νοιώσει στην πηγή του ιερού την παρουσία τους.
Με τη σιωπή να μας μιλήσει ή έστω, να ακούσει τραγούδι από την ασύνορη και άχρονη πατρίδα.

Εκεί, κάτω από τα αστέρια και τα λιόδεντρα, καθισμένοι γύρω από τον πέρσικο σοφρά, άπλωνε ο καθένας κι έπαιρνε ό,τι προσφέρονταν.
Το κρασί, σαν την μεταλαβιά γυρνούσε από χέρι σε χέρι ευλαβικά, το λεπτό του άρωμα η ψυχή ρουφούσε, όπως η γη την καλοκαιρινή βροχή.
Οι σκέψεις χύμα, αβίαστο το γέλιο.
Κουβέντες σκόρπιες για γενέθλιους και μέτοικους τόπους, για τις δουλειές, τις ώρες και τις σκόλες.
Για τα μικρά και ασήμαντα τώρα, που άλλοτε σημαντικά ή και επώδυνα.

Κάποτε, στα χείλη του Πάνου ακάλεστο ήρθε το τραγούδι· επέμενε στη συντροφιά να διηγηθεί για τον παλιό τον Λιόντα, το ληστή, εκεί πιο κάτω, στην Αργαλαστή.
Ύστερα, η Καρόλα από το Βήντεριτς, ένα φωτεινό προάστιο της Λειψίας, με την ζεστή φωνή τους εταξίδεψε σε ανοιχτά παράθυρα με λουλούδια κόκκινα της εφηβείας.
Ο Κώστας μετά, δεν πάει μήνας που ήλθε από την Σουηδία, για την πατρίδα του την Ήπειρο τραγούδησε. Για αυτή, που κάθε χρόνο κάνει τάμα για να έρθει, και κάθε χρόνο την βρίσκει ολοένα και πιο ξένη…
Η σιωπή για λίγο ώσπου ο Ιβάν από τη Σιβηρία να βρει ένα τραγούδι της αγάπης, «εκείνης που τιμώρησε σκληρά η ξενιτειά», όπως ψιθύρισε η Ροδάνθη μεταφράζοντας σιγά, λες και θα ένιωθαν τα ξένα τύψεις.
Τα μάτια όλων έπεσαν στον Επαμεινώνδα, τον γιατρό, συμπληρωμένα τριάντα δυο χρόνια στη Στουτγκάρδη, μα εκείνος σηκώθηκε να πάει δήθεν για κρασί, λέγοντας πως επιστρέφοντας θα συνοδεύσει την Όλια από το Μινσκ, σε ό,τι κι αν πει. Εκείνη τότε, αμφίθυμα γελώντας, έπιασε έναν ρυθμικό σκοπό που μαθαίνανε έφηβοι στην ΚΟΜΣΟΜΟΛ, κερδίζοντας – τι παράξενο; – τα ίδια παλαμάκια ύστερα από τόσα χρόνια!
Ενθουσιασμένος από τον ρυθμό ο Θωμάς με κέφι σφύριζε, – ήξερε καλά το διεθνιστικό τραγούδι, καθώς προσφυγάκι του Εμφυλίου από το Μπόσκλαβο, πρωτοσυνάντησε στο σχολείο του, στη Δρέσδη. Έφερε το χέρι στο γιλέκο μισού αιώνα εξόριστου, αργά, με βεβαιότητα ωραία, όπως συνήθειο το ‘χε από παλιά, αθόρυβα έκλεψε μια φωτογραφία από την παρέα.
Ύστερα, της μελωδίας πήρε το μαντίλι η γυναίκα του γιατρού, η Σύλβια από τη Φινλανδία, με ένα τραγούδι για το ολόγιομο φεγγάρι, όπου στην πατρίδα της αυτή την εποχή δε λέει να δύσει.
Ο Αυστραλός, ο Κώστας, με ένα δίστιχο ποντιακό ξεκίνησε αλλά σταμάτησε νωρίς, καθώς είδε τον Ραφαέλ να φέρνει το βιολί. Μεταπτυχιακός στη Μόσχα φοιτητής, ο νέος, έπαιζε με κλειστά μάτια όσα η καρδιά του λαχταρούσε. Προστέθηκε δειλά η φυσαρμόνικα που βγήκε απ’ το σακίδιο του Ιβάν, και με την σύντροφο ζωής, την Όλια, είπαν όλα όσα ένιωθαν με νότες να διηγηθούν, τα ίδια που ήθελαν και οι άλλοι να ακούσουν.

Ξανά και πάλι με σειρά τυχαία, με νότες μπόλιαζαν τις πολύχρωμες γλώσσες όπου κανένας απόψε δεν ήθελε να μάθει, ακριβώς την ομορφιά τους μη χαλάσει.
Ότι στο βάθος, μόνη γλώσσα η ομορφιά και τα τραγούδια καλοτάξιδα καράβια, αρμένιζαν μεσοπέλαγα της Αυγουστιάτικης νύχτας.

Κάποτε θυμήθηκαν ότι αποδημητικά πουλιά, οι μισοί θα έφευγαν πριν το μεσημέρι. Όρθιοι τσούγκρισαν τα ποτήρια με επισημότητα και ήπιαν το νάμα μονορούφι. Φιλήθηκαν αδελφικά, για να σκορπίσουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και πάλι.

Αληθινή πατρίδα, είναι η Ψυχήֹ
ντόπιοι, μονάχα όσοι αγαπάνε…

Σχετικά θέματα