Home Artenistas Artenistas 5.2.2014

Artenistas 5.2.2014

by admin
7 views

Η Παρουσία
του Οδυσσέα Ελύτη

Απόσπασμα από τη Μαρία-Νεφέλη του Οδυσσέα Ελύτη
Από τη συλλογή «Ανυπεράσπιστοι Έρωτες»
με τις φωνές της Τάνιας Τσανακλίδου και του Γιάννη Μπέζου.

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Μαρία Νεφέλη:
Περπατώ μες στ’ αγκάθια
μες στα σκοτεινά.
Σ’ αυτά πού ‘ναι να γίνουν
και στ’ αλλοτινά
κι έχω για μόνο μου όπλο,
μόνη μου άμυνα
τα νύχια μου
τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.

Αντιφωνητής:
Παντού την είδα.
Να κρατάει ένα ποτήρι
και να κοιτάζει στο κενό.
Ν’ ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου.
Να περπατάει στο δρόμο
με φαρδιά παντελόνια και
μια παλιά καμπαρντίνα.
Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών
πιο θλιμμένη τότε.
Και στις δισκοθήκες, πιο νευρική,
να τρώει τα νύχια της.
Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα.
Είναι χλωμή κι ωραία.
Μα αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου.
Σα να γίνεται κάτι άλλου
που μόνο αυτή τ’ ακούει και τρομάζει.
Κρατάει το χέρι σου σφιχτά,
δακρύζει αλλά δεν είναι εκεί.
Δεν την έπιασα ποτέ και
δεν της πήρα τίποτα.

Μ.Ν.:
Τίποτα δεν κατάλαβε.
Όλη την ώρα μου ‘λεγε: «θυμάσαι;»
Τι να θυμηθώ;
Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα
πώς να το πω: “απροετοίμαστη”.
Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα
‘κει που δεν το περίμενα καθόλου.
Έλεγα: «Μπα, θα συνηθίσω».
Κι όλα γύρω μου έτρεχαν.
Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν…
ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή.
Όμως φαίνεται, το παράκανα.
Επειδή, δεν ξέρω
κάτι παράξενο γινόταν στο τέλος.
Πρώτα έβλεπα το νεκρό
κι υστέρα γινόταν ο φόνος.
Πρώτα ερχόταν το αίμα
κι υστέρα ο χτύπος κι η κραυγή.
Και τώρα όταν ακούω να βρέχει
δεν ξέρω τι με περιμένει…

Α.:
«Γιατί δε θάβουν τους ανθρώπους
όρθιους σαν μητροπολιτάδες;»
έτσι μου ‘λεγε.
Και μια φορά θυμάμαι, καλοκαίρι στο νησί,
που γυρίζαμε όλοι από ξενύχτι, ξημερώματα,
πηδήσαμε απ’ τα κάγκελα στον κήπο του Μουσείου.
Χόρευε πάνω στις πέτρες και δεν έβλεπε τίποτα.

Μ.Ν.:
Έβλεπα τα μάτια του.
Έβλεπα κάτι παλιούς ελαιώνες.

Α.:
Έβλεπα μιαν επιτύμβια στήλη.
Μια κόρη ανάγλυφη πάνω στην πέτρα.
Έμοιαζε λυπημένη
και κρατούσε στη χούφτα της
ένα μικρό πουλί.

Μ.Ν.:
Έμενα κοίταζε,
το ξέρω,
εμένα κοίταζε.
Κοιτάζαμε κι οι δυο την ίδια πέτρα.
Κοιταζόμασταν μεσ’ απ’ την πέτρα.

Α.:
Ήταν ήρεμη και
κρατούσε στη χούφτα της
ένα μικρό πουλί.

Μ.Ν.:
Ήτανε καθιστή
κι ήτανε πεθαμένη.

Α.:
Ήτανε καθιστή και
κρατούσε στη χούφτα της
ένα μικρό πουλί.
Δε θα κρατήσεις ποτέ σου
ένα πουλί εσύ,
δεν είσαι άξια!

Μ.Ν.:
Ω, αν μ’ αφήνανε…
αν μ’ αφήνανε.

Α.:
Ποιος να σ’ αφήσει;

Μ.Ν.:
Αυτός που δεν αφήνει τίποτα.

Α.:
Αυτός,
αυτός πού δεν αφήνει τίποτα
κόβεται απ’ τη σκιά του κι
άλλου περπατά.

Μ.Ν.:
Είναι τα λόγια του άσπρα
κι είναι ανείπωτα
κι είναι τα μάτια του βαθιά
κι ανύπνωτα…

Α.:
Μα ’χε πάρει όλο το πάνω μέρος απ’ την πέτρα.
Και μαζί μ’ αυτήν και τ’ όνομά της.

Μ.Ν.:
ΑΡΙΜΝΑ…
σαν να τα βλέπω ακόμη χαραγμένα
τα γράμματα μέσα στο φως…
ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ

Α.:
Έλειπε.
Όλο το πάνω μέρος έλειπε.
Γράμματα δεν υπήρχανε καθόλου.

Μ.Ν.:
ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ…
Εκεί, πάνω σ’ αυτό το ΕΛ,
η πέτρα είχε κοπεί και σπάσει.
Το θυμάμαι καλά.

Α.:
Στ’ όνειρο της φαίνεται
θα το ‘χε δει κι αυτό για να το θυμάται.

Μ.Ν.:
Στ’ όνειρο μου, ναι.
Σ’ έναν ύπνο μεγάλο που θα ‘ρθει κάποτε
όλο φως και ζέστη και μικρά πέτρινα σκαλιά.
Θα περνάνε στο δρόμο αγκαλιασμένα τα παιδιά
όπως σε κάτι παλιές ταινίες ιταλιάνικες.
Από παντού
θ’ ακούς τραγούδια
και θα βλέπεις πελώριες γυναίκες
σε μικρά μπαλκόνια
να ποτίζουν τα λουλούδια τους.

Α.:
Ένα μεγάλο θαλασσί μπαλόνι θα μας πάρει τότε ψηλά,
μια δω, μια κει, θα μας χτυπά ο αέρας.
Πρώτα θα ξεχωρίσουν
οι ασημένιοι τρούλοι,
κατόπιν τα καμπαναριά.
Θα φανούν οι δρόμοι πιο στενοί,
πιο ίσιοι απ’ ότι φανταζόμασταν.
Οι ταράτσες με τις κάτασπρες αντένες
για την τηλεόραση
και οι λόφοι ένα γύρο κι οι χαρταετοί
ξυστά θα περνάμε από δίπλα τους.
Ώσπου κάποια στιγμή
θα δούμε όλη τη θάλασσα.
Οι ψυχές επάνω της θ’ αφήνουν
μικρούς λευκούς ατμούς.

Μ.Ν.:
Έχω σηκώσει χέρι
καταπάνου στα βουνά τα μαύρα και
τα δαιμονικά του κόσμου τούτου.
Έχω πει στην αγάπη «γιατί;»
και την έχω κυλήσει στο πάτωμα.
Έγιναν οι πολέμοι και ξανάγιναν
και δεν έμεινε ούτε ένα κουρέλι
να το κρύψουμε βαθιά στα πράγματα μας
και να το λησμονήσουμε.
Ποιος ακούει;
Ποιος άκουσε;
Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες,
ποια είναι η χώρα σας;
Ένα κορμί μου μένει και το δίνω.
Σ’ αυτό καλλιεργούνε όσοι ξέρουν τα Ιερά,
όπως οι κηπουροί στην Ολλανδία τις τουλίπες.
και σ’ αυτό
θαλασσοπνίγονται
όσοι δεν έμαθαν ποτέ
από θάλασσα κι από κολύμπι…
Ροές της θάλασσας
κι εσείς των άστρων μακρινές επιρροές
παρασταθείτε μου!

Α.:
Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα
δαιμονικά του κόσμου τ’ άνεξόρκιστα
κι από το μέρος το άρρωστο
γυρίστηκα
στον ήλιο και στο φως
αυτοεξορίστηκα!

Μ.Ν.:
Κι απ’ τις φουρτούνες τις πολλές
γυρίστηκα
μες στους ανθρώπους
αυτοεξορίστηκα!

Σχετικά θέματα