Home Artenistas Artenistas 9.5.2014

Artenistas 9.5.2014

by admin
11 views

Το γιασεμί δεν έλεγε καθόλου να σωπάσει, Β’
του Κυριάκου Χαραλαμπίδη

Τον σκότωσα και δεν τ’ αρνιέμαι
κι ούτε μετανοώ.
Το’ νε μακέλεψα με θραύσμα γυαλιού
– το είχα στην καρδιά μου αντίβαρο
στη θλίψη που σε δάκρυα κολυμπούσε
(τα μάτια μου ήταν μάλλον ψάρια σ’ αιγιαλό,
στην απεραντοσύνη των δακρύων).
Στιγμή δε δείλιασα να πάρω απάνω μου
το κρίμα…

Η νύχτα κρυαδερή,
μεσ’ από τ’ άσπρο που δεν φαίνονται σεντόνι
εστάλαζε μια άναρθρη ουρανίωση.
Το μεταπόντιο στήθος μου αγρότευε σε κρίνα
κι έτσι τον έθαψα με τούτα που θωρείτε
τα δυο λιγνά κλαριά μου.
Η καψερή
με χίλια βάσανα στο σπίτι μου μοχτούσα
να μπω, μ’ απόδιωχνε η κακούργα εκείνη
και ξενική ανατολίτισσα, που μου ‘δειχνε
τ’ αδέσποτά της φίδια.
Σήκωνα στους ώμους ένα νησί
εννιά μπωφόρ τραυλίζοντας ξέφλουδη ελπίδα.
Σπρώχνοντας με βία
μπήκα στο πατρικό μου γεννήθηκα.
Βγαίνω στον κήπο,
«Να τον κήπο», εκραύγασα.
Κάνω να κόψω ένα χρυσό που κρέμονταν
μήλο των Εσπερίδων,
«Κάτω το ξερό σου !»
Το χέρι -το γλυκύμελο δεν άγγιξε
και τ’ απαγορευμένο- απελιθώθη.
Καταλαβαίνεις, κύριε αστυνόμε,
την επιφυλακή των αισθημάτων.
Εγώ στο σπίτι μου και κείνη να μου λέει
«Κάτω το χέρι σου !», η ζητιάνα, η στρίγκλα.
Να θέλω να περάσω στον καρπό μου
το μάρτη από τα φύλλα του…

Θεγιέ μου,
πού να ‘ναι ο ποιητής, σε ποιο αυτός κύμα
τα λόγια του σκορπάει;
Θαν’ τονε βρω και θα σ’ τον μάθω
γράμματα σπουδαία.

Και μια και δυο δε δείλιασα επί τόπου
ναν τονε σύρω, ναν τον μακελέψω
με κείνο που κρατάτε το γυαλί,
να νιώσει επιτέλους πώς πονάν
οι άλλοι που τους άφησε απ’ έξω.

2001
“Κυδώνιον μήλον”, εκδόσεις Άγρα 2006

Σχετικά θέματα