Home Artenistas Artenistas 15.2.2015

Artenistas 15.2.2015

by admin
9 views

Θυμέ, θύμ’ (D67a, 128W) 
Αρχίλοχος

θυμέ͵ θύμ΄͵ ἀμηχάνοισι κήδεσιν κυκώμενε͵
†ἀναδευ δυσμενῶν δ΄ ἀλέξεο προσβαλὼν ἐναντίον
στέρνον † ἐνδοκοισιν ἐχθρῶν πλησίον κατασταθεὶς
ἀσφαλέως· καὶ μήτε νικέων ἀμφάδην ἀγάλλεο͵
μηδὲ νικηθεὶς ἐν οἴκωι καταπεσὼν ὀδύρεο͵
ἀλλὰ χαρτοῖσίν τε χαῖρε καὶ κακοῖσιν ἀσχάλα
μὴ λίην͵ γίνωσκε δ΄ οἷος ῥυσμὸς ἀνθρώπους ἔχει.

(D67a, 128W) Αρχίλοχος
Eλεγειακός ποιητής και ιαμβογράφος

Μετάφραση:

Kαρδιά, καρδιά μου, που σε ταράζουν αγιάτρευτες
συμφορές, μάζεψε τις δυνάμεις σου κι αντιμετώπισε
τον εχθρό προτάσσοντας τα στήθη σου. Mε
σταθερότητα δέξου τον αγώνα με τον εχθρό σώμα
με σώμα. Aν νικήσεις μη δείξεις τη χαρά σου
δημόσια κι αν νικηθείς μη ριχτείς στο πάτωμα του
σπιτιού σου κλαίγοντας. Nα χαίρεσαι στη χαρά και να
λυπάσαι στη λύπη, αλλά όχι υπερβολικά. Προσπάθησε
να καταλάβεις το ρυθμό που κυβερνά τους ανθρώπους.

Δ. Iακώβ

Ω, ψυχή κατατρεγμένη, πάρε θάρρος τρομερό,
για να διώξεις τους εχθρούς σου, βάλ’ τα στήθη σου μπροστά,
στο δικό τους το αντιστύλι πόδι πάτησε γερό
και μήτ’ αν νικήσεις, γέλα φανερά,προκλητικά,
μήτ’ αν νικηθείς, οδύρου μες στο σπίτι σου σκυφτός.
Mα για τα καλά σου χαίρου και λυπού για τα κακά
με το μέτρο! Ξεύρε πάντα πως ο κόσμος είν’ αυτός.

Σ. Μενάρδος

Λεξιλόγιο:

θυμέ: θυμός, ὁ= ψυχή.
κήδεσιν: κῆδος, -εος, τό= α) φροντίδα, έγνοια· β) θλίψη, συμφορά.
ἀμηχάνοισι (επικός τύπος)= ἀμηχάνοις.
κυκώμενε: κυκάω= α) ταράσσω, συγχέω· β) ανακατεύω, αναμιγνύω.
ἀναδευ: για τον ακατανόητο αυτόν τύπο που παραδίδεται έχει προταθεί η διόρθωση ἄνα δέ= ἀνάστηθι.
δυσμενῶν: δυσμενής, -ές= εχθρικός. H γενική πληθυντικού δυσμενῶν συνάπτεται στοἐναντίον.
ἀλέξεο (ασυναίρετος ιωνικός τύπος)= ἀλέξου (προστακτική ενεστώτα μέσης φωνής του ρήματος ἀλέξω= αποτρέπω, διώχνω).
ἐνδοκοισιν= ἐν δοκοῖς· δοκός, ἡ (δέχομαι)= α) ενέδρα, παγίδα (εδώ)· β) δοκάρι.
ἀμφάδην (επίρρημα)= ἀμφαδόν (ομηρικό)· αντί: ἀναφανδόν= δημόσια, φανερά.
χαρτοῖσιν: χαρτός, ή, όν(πβ. χαίρω)= χαρμόσυνος, χαρούμενος.
χαρτοῖσιν – κακοῖσιν: και τα δύο επέχουν θέση ουσιαστικού, δηλαδή: οι χάρες – οι συμφορές.
ἀσχάλα (ομηρικό)= προστακτική του ρήματος ἀσχαλάω, -ῶ= λυποῦμαι, θλίβομαι.
μὴ λίην: πβ. τη ρήση μηδέν ἄγαν· λίην (επικός ιωνικός τύπος)= λίαν= υπερβολικά.
ῥυσμός (ιωνικός τύπος)= ῥυθμός, ὁ (ανετυμολόγητος τύπος· η σύνδεση με το ῥέω είναι πλέον ξεπερασμένη). H λέξη εκφράζει εδώ έναν υπέρτατο νόμο: το μεταβλητό, την ρευστότητα και την αστάθεια των ανθρώπινων πραγμάτων. ἡ τῆς κινήσεως τάξις (Πλάτων, Nόμοι 665α).

Πηγή: Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα
http://www.greek-language.gr

Σχετικά θέματα