Home ΠεριεχόμεναΠεζογραφίαΜικρά Πεζά Το πεταμένο

Το πεταμένο

by admin
20 views

Δωμάτιο ημιφωτισμένο.
Σόμπα από ώρα σβηστή, το νεογέννητο στόμα ανίχνευε τρέμοντας το σημείο της θηλής. Αυτή, κατάκοπη μόλις και συνερχόταν. Η γειτόνισσα συμμάζευε του τοκετού πανιά ματωμένα. Μαζί της στάθηκε να φέρουν στο κόσμο το στερνοπαίδι. Ήταν ήδη πολύ μεγάλη αλλά να, που αναδεύτηκε ξανά μέσα της, ζωή.
Κάποτε, είχε τρία παιδιά…
Μόνο ένα κατάφερε να το κρατήσει ζωντανό στης προσφυγιάς τη διαδρομή. Πράσινη σταγόνα ο Πόντος ανάμεσα στις άλικες που χύθηκαν ποτάμι. Η γραμμή προς την πατρίδα μάνα τους, με κόκκινη κλωστή κεντήθηκε στο χάρτη. Βελονιά τη βελονιά, απομακρύνθηκε η ζήση. Πίσω γέμισε σταυρούς. Σημάδια, ο δρόμος μην ξεχάσει στην πλάτη τι κουβάλησε. Στα δικά της παιδιά ούτε ξύλα δεν βρήκε για να δέσει. Από ένα λιθάρι για πρoσκέφαλο έβαλε στα δυο τους μνήματα. Τα έκλαψε βουβά και συνέχισε να σώσει ό,τι της απέμεινε. Δύο κοτσύφια οι γονέοι της, έμειναν να σκαλίζουν στα χαλάσματα τα πρότερα που έχασαν.
Τι τα θυμήθηκε τώρα…
Θα φαρμακωθεί το γάλα της και χρώσταγε σε τούτο το μωρό, μια νέα γη για να στεριώσουν.

̶ Πως είσαι; Να φέρω κάτι να φας.
̶ Απ’ το Θεό να το βρεις το καλό, της είπε θλιμμένα, η μάνα.
̶ Άστα τώρα αυτά, κοίτα να σηκωθείς. Έχεις χαρά, έκανες τον γιο…
̶̶ Ποιος να τον καμαρώσει; Ένας, αλλά μισακός…
̶ Τούτο ‘δω χαρά μεγάλη θα σε δώκει. Θυμήσου το…

Ο άντρας της ούτε να πλαγιάσει δεν ήθελε μαζί της. Τρεις κόρες έκανε μέχρι να δει τη ρίζα του, ξανά να απλώνει.

̶ Τιμωρημένος απ’ τη μαύρη τύχη μου και το Θεό, μονολογούσε διαρκώς.
Μήτε που το άγγιζε, έτσι χωλό που το έβλεπε. Το ένα πόδι πιο κοντό, που να μη στέκει ολόρθο. Η μάνα όλο κι έσφιγγε επάνω το παιδί της. Δικό της ήταν, το ήθελε όπως ήταν. Για πεταμένο εκείνος το λογάριαζε.
Το σπίτι σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ αντί για να φωτίσει. Μόνο τα ελάχιστα υπήρχαν για να ζήσουν. Ποιος ήθελε τουρκόσπορους στη δούλεψή του; Ξεριζωμένους, ποιος στο σπίτι του να βάλει; Ξέμεινε κι αυτός από δουλειά˙ το έριξε στο σπίρτο*. Κανείς δεν είχε τίποτα ν’ αλλάξει για κουβέντα.
Κι εκείνο το μικρό πουλί με το λειψό το σώμα, καθόταν ανακούρκουδα* κρατώντας της μάνας του το πόδι για αποκούμπι. Κοιτούσε τα τερλίκια* της που είχε για το σπίτι. Μόνο για την εκκλησιά έβγαζε κάθε Κυριακή, τα μαύρα της παπούτσια. Ένα ζευγάρι κι αυτό στα πλάγια ανοιγμένο. Τακούνια που έλιωναν όπως η χαρά στο φτωχικό παράπηγμα˙ άδικα γυρνούσε στο δωμάτιο τόπο να βρει να μείνει.

̶ Πάρ’ το στη δούλεψή σου, είναι καλό παιδί. Έφτακε κιόλας τα εννιά. Πάρ’ το, δεν θα μετανιώσεις.
̶ Και στη δουλειά πως θα έρχεται; Ούτε να σταθεί, δεν το μπορεί μονάχος.
̶ Μη σκας, εγώ θα σου τον φέρνω. Να σου δουλεύουν τα χέρια του, δεν θες; Τα πόδια, τι τα λογαριάζεις;
̶ Λειψό καλφόπουλο… Άιντε, σύρε φέρ’ το, αλλά αν δεν μπορεί, να ξέρεις θα το διώξω.

Στη ράχη της σαν το σακί, κάθε πρωί τον φόρτωνε να πάει για μεροδούλι. Το βράδυ έξω από το μαγαζί, τον πρόσμενε να κλείσει. Δυο πρόσωπα μαζί, σε σώμα ένα. Χόρταιναν τα βήματα αγκαλιά, φώτιζαν τη στράτα οι κουβέντες.
Κι όταν δεν άντεχε στη πλάτη να τον πάρει, με το μπαστούνι και αυτή, δίπλα του να πηγαίνει. Το χέρι της να είναι σταθερό για να στηρίξει εκείνον.
Αργότερα τον περίμενε στη γέφυρα επάνω. Άσκοπα κουράζονταν, βροχή και κρύο, να την διώξουν. Να είναι χαμηλός, παρακαλούσε, ο αέρας. Να μη φυσήξει δυνατά και της τον ρίξει κάτω. Μη χάσει ο μονάκριβος την πίστη στον εαυτό του.
Τηλάκια* γέμισε η ποδιά, τσαγκαροσούβλια*, δέρματα και κόλλες. Τα χέρια του επιδέξια και η τέχνη του μεγάλη. Κι από χωλό παιδί, κάποτε «το πεταμένο» έγινε από καλφόπουλο υποδηματοποιός με αξία. Κι ανδρώθηκε, έτσι καθιστός, σε τσαγκαράδικου καρέκλα. Μέχρι που πέθανε το αφεντικό και πήρε τη δουλειά του.
Τιμήθηκε ο πατέρας του μέχρι τα στερνά του. Κι όταν συγχώρεση του ζήτησε, ο γιος του τον αγκάλιασε και τα παλιά σβηστήκαν.
Όσο για τη μάνα του, τη νύχτα πριν να ξεψυχήσει, θυμήθηκε εκείνο το νιόβγαλτο σπορί που ήρθε «χαρά για να της δώκει».
Στο ίδιο το δωμάτιο που έφερε εκείνον, έφυγε περήφανη που αξιώθηκε μάνα στη νέα πατρίδα της, να γίνει. Που άφησε της γέννας το κλαδί, να ανθίζει μες τον κόσμο.

Νίνα Ρόδη -Artenistas 22.11.2013

Σπίρτο – Εδώ το αλκοόλ
Ανακούρκουδα (και ανακούκουρδα) – καθισμένος οκλαδόν ή στα γόνατα στο πάτωμα
Τερλίκια – πλεκτές κάλτσες για μέσα στο σπίτι
Τηλάκια – καρφάκια τσαγκάρηδων (από το αρχ. ήλος- καρφί)
Τσαγκαροσούβλι – Αιχμηρό αντικείμενο (σουβλί) που χρησιμοποιούν οι τσαγκάρηδες για να ανοίγουν τρύπες στα δέρματα

Σχετικά θέματα